Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Χειμωνιάτικη νύχτα 3: Η ήττα του χειμώνα



Η καταιγίδα λυσσομανά έξω από το παράθυρο. Οι νυκτερινές ώρες περνούν αργά και βασανιστικά, δίνοντας την εντύπωση πως θα κρατήσουν για πάντα. Το φως τρεμοπαίζει, μεταφέροντάς με σε άλλες εποχές που οι άνθρωποι ήσαν αγκαλιά με τον φανό θυέλλης ή έχοντας ένα απλό κερί να λιώνει, τελετουργικά, στην επιφάνεια του τραπεζιού.

Ημέρα γεμάτη, μα, συνάμα, τόσο κενή. Μεγάλη παρηγοριά η παλιά ακουστική κιθάρα με το ξεθωρισμένο σήμα της ειρήνης, έμβλημα άλλων εποχών, τότε που κάποιοι πίστευαν πως θ’ άλλαζαν τον κόσμο… Τι φενάκη κι αυτή Θέ μου! Την ίδια στιγμή στο παλιό στερεοφωνικό ακούγονται οι νότες από ένα παλιό κλασσικό κομμάτι των Deep Purple.

Η φωνή του David Coverdale καταλυτική. Ποτέ μου δεν έχω ματασυναντήσει τέτοια ώσμωση φωνής τε και συναισθήματος. Μελωδική τονικότητα, αρμονία, κραυγή, λυγμοί, ανάσα… Μία μουσική συνουσία που σε θέλγει, σε γητεύει, σε προκαλεί να αφουγκραστείς τους δυνατούς παλμούς της, να την αγγίξεις, να την ζήσεις, να γίνεις ένα μαζί της αναχωρώντας για την Εδέμ της ολοκλήρωσης.

Το σκληρό πρόσωπο του χειμώνα εξακολουθεί να θέλει να κάνει αισθητή την παρουσία του και σε αυτό το δωμάτιο. Επιμένει, επιτακτικά, να επιζητεί την προσοχή ως ο βλοσυρός ηγεμόνας που επιθυμεί την υποταγή των υπηκόων του. “Δεν μπορείς εσύ Δημήτρη να συνεχίζεις να με αγνοείς. Είμαι ο στρατηγός Χειμώνας και απαιτώ την υποταγή σου”.    

Γύρισα προς το μέρος του με φανερή την διάθεση αποστροφής, τόσο ως προς αυτόν όσο και σε εκείνο που αντιπροσωπεύει. Ο κόσμος του σήμερα χάθηκε νοερά μέσα από την εθιστική μουσική που με μετέφερε στις ατραπούς της μέθεξης του ωραίου...

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Η μελωδία της ευτυχίας



Θαρρώ πως είχε σουρουπώσει, για τα καλά, όταν, ως συνήθως, απορροφημένος στις σκέψεις μου αισθάνθηκα μία παρουσία δίπλα μου. Ήταν ο Μενέλαος Λουντέμης, ένας από τους αγαπημένους μου λογοτέχνες από την εφηβεία. Βλέποντας με έτσι, βαθειά αναστοχαζόμενο, μου είπε:

Έζησα με χαμηλωμένη λάμπα για να μη κάψω τις ψυχές που φτερούγιζαν γύρω μου. Μα, γελάστηκα. Ήταν μια ψυχή που δε θα τη γλίτωνα. Γιατί ήταν μες στην ίδια τη φωτιά.

Ήταν αυτή η ίδια η φωτιά: Η δική μου.

Ασυναίσθητα, τότε, γυρίζοντας προς το μέρος του, απεκρίθην:

Ετούτη η φωτιά θέριεψε κι έγινε πυρκαγιά όταν ξαφνικά οι πρώτες γλυκερές νότες ξεπρόβαλλαν από το μαγικό κλειδοκύμβαλο της ευτυχίας, διώχνοντας την κατάμαυρη σιωπή της νυκτερινής σιγαλιάς. Η φεγγαροστεφανωμένη καλλιπλόκαμος πορφυρόεσσα κυρά του δάσους άρχισε να παίζει την μελωδία της αιώνιας ανοίξεως. Και η πλάση κράτησε την αναπνοή της…

Κάποια στιγμή επέστρεψα στον πραγματικό κόσμο, διαπιστώνοντας ότι ήμουν μόνος βαστώντας έναν παλιό κονδυλογράφο πάνω από ένα λευκό χαρτί…

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Χειμωνιάτικη νύχτα 2



Ακόμη μία νύχτα στο βαρύ καταχείμωνο. Ο παγερός αγέρας από τον βορρά δείχνει τα κρυστάλλινα από τον πάγο δόντια του, με απίστευτο βρυχηθμό, ουρλιάζοντας μανιασμένα. Τίποτε δεν αντιστέκεται στο καταιγιστικό του διάβα. Η οργή του ξεσπά, ανελέητα, σε όποιον έχει την ατυχία να σταθεί μπροστά του. Τσακίζει ότι του αντιστέκεται, διαλύει ότι βρεθεί στον δρόμο του, ερημώνει τα πάντα αφήνοντας συντρίμμια. Θεριό ανήμερο, έτοιμο να κατασπαράξει την πλάση.

Αίφνης, ένας μακρινός μελωδικός ήχος αρχίζει να ακούγεται από το βάθος, σαν ηχώ από το υπερπέραν. Δειλά-δειλά στην αρχή, άτονα και ακανόνιστα όπως οι αδύναμες ανάσες εκείνου που έχει παραδοθεί στην μοίρα του. Μα όσο περνά η ώρα ολοένα και δυναμώνει, ολοένα και θεριεύει, ώσπου αποδιώχνει στην παγωνιά την εξώτερη το απαίσιο τσιριχτό σφύριγμα της φριχτής ανεμοκαταιγίδας.

Η νύχτα δεν είναι πια η ίδια. Το φέγγος έλαμψε σκορπώντας το σκότος και φέρνοντας την ελπίδα!

Εξορίστε, μια για πάντα, την παγωνιά της θλίψης αναπλάθοντας τα όνειρά σας…

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Et in Atlantia ego (Clavicula Noctis - Το κλειδί της νύχτας)





Περασμένα μεσάνυχτα. Η ώρα που η φύση και η πόλη ηρεμεί. Η μεταμεσονύκτια συμφωνία  των ήχων της νυκτός κορυφώνεται. Η νύχτα βαθαίνει έχοντας καθολική πλέον την κυριαρχία σε έμψυχα και άψυχα. Βλέπεις, βαστά σφιχτά τα κλειδιά του χρόνου που η εξαντλημένη μέρα της παρέδωσε. Όμως, το μεγάλο της μυστικό είναι το Clavicula Noctis, το οποίο σφυρηλάτησε, κρυφά από την ημέρα, μέσα στο σπήλαιο και λίκνο των εχιδνέων Μουσών.

Clavicula noctis στην λατινική λογοτεχνία είναι το κλειδί της νυκτός το οποίο σε οδηγεί σε άλλες σφαίρες, σε σύμπαντα τα οποία ουδέποτε έχεις φανταστεί. Στην ουσία πρόκειται για το κλειδί του εσώτερου εαυτού που σε οδηγεί, μέσα από διάφορα στάδια μυήσεως, στην αυτοπραγμάτωση. Ο μύθος αυτού του κλειδιού χάνεται στην αχλύ της προϊστορίας προσεγγίζοντας την εποχή της χαμένης ηπείρου, της Ατλαντίδος. Η ίδια η νύχτα το εμπιστεύθηκε στον Βασιλιά των Ατλάντων Αζάη υπό τον όρο να το κρατήσει για τον εαυτό του και για τους εκλεκτούς, τους άξιους.

Δυστυχώς, τη στιχομυθία τους την άκουσε η κόρη του Εριφύλη, η οποία αποφάσισε να το κλέψει. Ήθελε να το δώσει στον αγαπημένο της Αλκμαίωνα. Ο Αλκμαίων ήταν στρατηγός του Αζάη, όμως έπεσε στη δυσμένειά του όταν απέτυχε να σταματήσει τον στασιαστή Κεράωνα. Τον τελευταίο σκότωσε, τελικά, ο Αζάης με το φλεγόμενο Καλυδώνιο ξίφος του, μοναδικό δώρο του Ποσειδώνα.

Ο Βασιλιάς της Ατλαντίδος προόριζε την Εριφύλη για τον Οφέλλα, έναν ανώτατο αξιωματούχο και δεξί του χέρι στη διακυβέρνηση της αχανούς χώρας. Η Εριφύλη δεν τον ήθελε. Έβλεπε κρυφά τον Αλκμαίωνα. Ήταν και οι δύο τους τυφλά ερωτευμένοι. Η καλλιπλόκαμος πορφυρόεσσα πριγκηποπούλα το είχε αποφασίσει. Θα έπαιρνε το κλειδί της νύχτας, πάση θυσία. Έτσι, το επόμενο βράδυ, αφού έριξε τη σκόνη από ένα σπάνιο βοτάνι στο κρασί του πατέρα της, μπήκε στο δωμάτιό του.

Ο Αζάης ένιωσε βαρύ το κεφάλι του και μία δυσθυμία τον κυρίευσε. Δεν θέλησε να συμβουλευτεί τον Μαχάονα, τον ιατρό του, και αποφάσισε να αποσυρθεί στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του σκεπτόμενος ότι την επόμενη θα ένιωθε πολύ καλλίτερα. Ήταν τότε που η Εριφύλη εισήλθε στην κλίνη του. Μέσα στο θολωμένο του μυαλό ο Αζάης σα να αντελήφθη την παρουσία της, ήταν όμως ανίκανος ν’ αντιδράσει και σε λίγα λεπτά κείτονταν αναίσθητος.

Η θυγατέρα του γνώριζε πως θα ανοίξει την κρύπτη στον τοίχο τού δωματίου του. Έτσι, σε λίγα λεπτά το Clavicula Noctis ήταν δικό της. Κατάδικό της! Αυτό θα ήταν η προσφορά του έρωτά της στον Αλκμαίωνα. Το άξιζε, σκέφτονταν… Μετά από λίγο τον συναντούσε στη νότια πλευρά των ανακτόρων, αρκετά μακριά από το υπνοδωμάτιο του πατέρα της.

-Αγαπημένε μου Αλκμαίωνα, ονειρεμένε μου άνδρα, κορώνα της καρδιάς μου, κύττα τι σου έφερα!
-Γλυκοφίλητη Εριφύλη μου, ψυχή της ψυχής μου, παναιθέρια ανάσα μου, επιτέλους, σε βλέπω ξανά!
-Η Νύχτα έδωσε στον πατέρα μου το μονάκριβο της κλειδί κι εγώ του το έκλεψα για να στο φέρω. Θέλω να σφραγίσει την αγάπη μας στην αιωνιότητα!
-Γνωρίζεις τη χρήση του; Ρώτησε ο Αλκμαίων.
-Όχι, μα φαντάζομαι πως δεν θα‘ ναι δύσκολο να το ανακαλύψουμε, αποκρίθηκε η Εριφύλη.
-Για να το δω, η περιέργεια με κατατρώει, είπε ο Αλκμαίων.

Η Εριφύλη έδωσε το κλειδί στον αγαπημένο της. Ευθύς, μόλις το πήρε, ο Αλκμαίων το περιεργάστηκε για λίγο. Έπειτα το ανύψωσε προς την  πλευρά της Ανατολής λέγοντας: Conjuro et confirmo super vos, Angeli fortes, sancti atque potentes, in nomine on Hey Heya la le Adonay Saday.

Σε λίγα δευτερόλεπτα ένας ασύλληπτος κρότος ακούστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη της Ατλαντίδος. Μια εκτυφλωτική λάμψη κατέκλυσε την αχανή ήπειρο. Η γη σκίστηκε στα δύο, βρυχώμενη έως τα πέρατα του ορίζοντα. Ευθύς αμέσως η πύρινη λάβα ξεπήδησε ορμητικά, λες και καρτερούσε υπομονετικά, συσσωρεύοντας την οργή της εδώ και χιλιετίες. Την ίδια στιγμή ο Ωκεανός ορθώθηκε σε τεράστια κύματα κατακλύζοντας ότι έβρισκε στο διάβα του.

-Το είχε υποσχεθεί η μητέρα μου η Προμένεια η Μάγισσα ότι θα εκδικηθεί, είπε ο Αλκμαίων. Ο Αζάης την είχε απορρίψει για σύζυγο όταν έμαθε ότι ασχολούνταν με τις απόκρυφες τέχνες. Την είχε διώξει, σκαιότατα μάλιστα.
-Ναι, αλλά έτσι θα πεθάνουμε κι εμείς, αντέτεινε η Εριφύλη.
-Θα ενσαρκωθούμε στο μέλλον, απήντησε ο Αλκμαίων, ενώ ταυτόχρονα την έσφιξε στην αγκαλιά του δίνοντάς της το φιλί της αιωνιότητας...

Αυτό ήταν το τέλος της Μυθικής Ατλαντίδος στις 25 Ιουλίου του έτους 8856 π.Χ με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο…

Το μετέωρό μας βήμα...



“Μ’ εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θά ’ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω…”


(Κωνσταντίνος Καρυωτάκης: Λυκαβηττός)

Ανηφορίζοντας, ψες το απόγευμα, στον Λυκαβηττό, σκόρπιες σκέψεις με περιτριγύριζαν, ὥσπερ λίθοι τε καὶ πλίνθοι καὶ ξύλα καὶ κέραμος ἀτάκτως μὲν ἐρριμμένα, όπως γράφει και ο Ξενοφών. Πριν λίγες ώρες είχε ανακοινωθεί το διαζύγιο των κυβερνητικών εταιρών (πληθυντικός της εταίρας…) και η χώρα, επισήμως, εισέρχονταν σε έναν νέο φαύλο κύκλο.

Στην κορυφή του λόφου, αντικρίζοντας τον καταγάλανο αττικό ουρανό να περικυκλώνεται από τα εξ εσπερίας νέφη και τον άλλοτε θαλλερό ήλιο, σιγά-σιγά να περνά πίσω από αυτά, κοντοστάθηκα και συλλογίστηκα τα λόγια του Σεφέρη: Όπου κι αν ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει. Κι όντως, έτσι είναι. Από κάτω απλώνεται το σύγχρονο αστικό τέρας που κατάπιε, μία προς μία, σχεδόν όλες τις αθηναϊκές ομορφιές. Δεν είναι πια η Αθήνα εκείνη η ζαφειρόπετρα, της γης το δαχτυλίδι, όπως έλεγε ο Κωστής Παλαμάς. Ευτυχώς που δε ζει για να δει την κατάντια της. Κόσμος, πολύς κόσμος, τώρα πλέον από όλες τις γωνιές της γης, τρέχει πάνω κάτω, πολλές φορές δίχως σκοπό και νόημα. Αυτά που κυριαρχούν όμως είναι η αποξένωση, η κακία, η μοχθηρία, η ασυδοσία, η αδιαφορία, η κατήφεια, η μοναξιά. Πότε άλλοτε σε αυτόν τόπο δεν μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί σε τόσα λίγα εκτάρια γης αλλά και ποτέ τους δεν ήταν τόσο μόνοι μεταξύ τους…

Η φύση όμως, καίτοι χειμών, πανταχού παρούσα και άλκιμη. Το παγωμένο αγέρι γίνεται δεκτό με αίσθημα αγαλλιάσεως και μίαν ανακούφιση πλέριας ελευθερίας. Πίσω δεξιά μου η χιονισμένη Πάρνηθα στέκεται επιβλητικά, η Πεντέλη δίπλα της, ο Υμηττός εξ ευωνύμων και το Αιγάλεω έμπροσθεν δεξιά δεσπόζουν στα όρια του Λεκανοπεδίου. Τέσσερα βουνά, τέσσερις ακοίμητοι φύλακες του Αττικού. Μπροστά μου ο χιλιοταλαιπωρημένος Σαρωνικός με τα νερά του να χρυσίζουν από το ηλιακό στέμμα. Πάνω μου, το επιμολυσμένο νέφος έχει διαλυθεί μα, ταυτόχρονα, διεξάγεται η μεγάλη πάλη μεταξύ φωτός και σκότους με τα μαύρα σύννεφα να πυκνώνουν από όλες τις πλευρές. Το σκότος, δείχνει να κερδίζει, αργά αλλά σταθερά, την σημερινή μάχη. Ας ελπίσουμε όχι και τον πόλεμο… Πολλοί λένε πως ο καθάριος αττικός ουρανός δεν απαντάται πουθενά στον κόσμο. Αλλά πόσες μέρες τον χρόνο έχουμε την δυνατότητα να θαυμάσουμε αυτή την καθαρότητα;

Ελλάς 2019, ένα κράτος ξεκούρδιστο, ένα fail state σε όλα τα επίπεδα, απότοκο της μεταποΛηστεύσεως των εθνοσωτήρων της συμφοράς. Ελλάς 2019, μία χώρα που αλλάζει, με γοργούς ρυθμούς, δίχως την θέλησή της, για το “καλό” της, το οποίο φυσικά, όλως τυχαίως, τυχαίνει να είναι καλό για τους δυτικούς πάτρωνες της. Γιατί ποτέ δεν ξεφύγαμε από την πατρωνία, από την επιτροπεία των ισχυρών, μία κατάσταση για την οποία, εν πολλοίς φέρουμε και εμείς οι ίδιοι ευθύνη, δίχως να έχουμε ποτέ προβεί σε μία γενναία αυτοκριτική. Διότι δεν φταίνε πάντοτε οι άλλοι…

Αφού, λοιπόν, “έσωσαν” την Ελλάδα από τα μνημόνια, τα πολιτικά αθύρματα των ξένων ετοιμάζονται να ολοκληρώσουν το θεομίσητο έργο τους με την παράδοση της μακεδονικής γης στην αμερικανογερμανίδα τους τσατσά. “Σώζω”, ένα ρήμα που έχει χρησιμοποιηθεί, κατά κόρον, από τους εντόπιους πολιτικούς αγύρτες δημαγωγούς και αυλοκόλακες των ξένων εργοδοτών τους (their master’s voice). Και τα επίχειρα του “σωσίματος”; Τα βλέπουμε καθημερινώς, με την αύξηση της φτώχειας και της ανέχειας ανά την “ελληνική” επικράτεια. Εντάξει παιδιά, μας “σώσατε”, φθάνει πια. Τόσο “σώσιμο” πια ούτε στα καλλίτερά μας όνειρα. Και πάντα για το “καλό” μας… Ε, ναι φυσικά, ο εξουσιαστικός πατερναλισμός συνεχίζεται, υπό “δημοκρατικό” μανδύα αυτή τη φορά. Α, όλα κι όλα, πάνω και πέρα απ’ όλα να είμαστε μία ωραία ατμόσφαιρα!

Κάποτε, όμως, ακόμη και τα πιο τερατώδη ψέμματα τελειώνουν. Ήγγικεν, πλέον, η ώρα και η στιγμή όπου θα ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι. Γιατί, όπως είπε και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, όστις ανταλλάσσει την ελευθερία του για την ασφάλειά του δεν αξίζει τίποτα από τα δύο. Έτσι, λοιπόν, κάποιοι θα ζυγιστούν, θα μετρηθούν και θα βρεθούν εξαιρετικά ελλιπείς, τραγικά ανεπαρκείς. Κάποιοι, άλλοι, όμως θ’ αποδειχτούν άξια τέκνα της διαχρονικής μας πατρίδος, ανεξαρτήτως εδαφικής εκτάσεως.

Γιατί η Ελλάδα, πάνω και πέρα απ’ όλα, είναι η πατρίδα της Καρδιάς!

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Το Σταυροδρόμι




Το δίλημμα στο σταυροδρόμι αμείλικτο. Ποιαν ατραπό να διαλέξω; Της αρετής ή της ντροπής; Η 2η είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, προοιωνίζοντας μία ζωή ονειρεμένη. Η χλωρίδα, άλκιμη και μεστή, ξεπρόβαλλε όλο ζωντάνια. Τα άνθη, σε όλο το φάσμα της Ίριδος, ανέδυαν μεθυστικά αρώματα. Το κελάηδημα των πουλιών έντονο και γητευτικό. Λίγα μέτρα πιο πέρα μία πηγή ανέβλυζε καθάριο νερό από τα σπλάχνα του βουνού. Τρία μικρά ελάφια ξεδιψούσαν στο δροσερό κελαρυστό νερό. Το ευχάριστο ανάλαφρο αεράκι χάϊδευε τις παρειές σιγοψιθυρίζοντας γλυκιές μελωδίες. Ήταν χάρμα οφθαλμών, σκέτη μαγεία της φύσης, λες και βάλθηκε να ευλογήσει αυτό το μέρος. Μία μικρή Εδέμ κυριολεκτικά μπροστά στα πόδια μου, που, όμως, οδηγεί στο απόλυτο τίποτα...

Τουναντίον, η 1η θυμίζει κρανίου τόπο σαν να είχαν εκτυλιχθεί σκηνές αποκάλυψης εκεί. Καμμένοι κορμοί, ο δρόμος γεμάτος ξερά χαμόκλαδα. Βλάστηση πουθενά παρά σκέτη πέτρα και άγονο έδαφος με ένα τεράστιο γρανιτένιο βουνό να ορθώνεται εμπρός μου, εμπόδιο αξεπέραστο. Μήτε πουλί λαλεί, μήτε σπυρί φυτρώνει, άκρα του τάφου σιωπή βασιλεύει. Παντού μαυρίλα κι εγκατάλειψη. Κι ο αέρας βαρύς και αποπνικτικός. Κι όμως! Πίσω από το γρανιτένιο τείχος απλώνεται ότι ακριβώς συναντάς στην 2η.

Εάν, λοιπόν, θελήσεις να ακολουθήσεις την ατραπό της αρετής να γνωρίζεις πως θα ματώσεις. Και θα ματώσεις πολύ! Το ερώτημα, όμως, όπως λίαν εύστοχα έθεσε ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ένα: Αντέχεις;

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Το παιχνίδι του στέμματος



Κάποτε, σε ένα μακρινό, άλλοτε ονειρικό βασίλειο, ο βασιλεύς απεβίωσε δίχως ν’αφήσει διάδοχο. Έτσι ο θρόνος έμεινε αδειανός, μα οι μνηστήρες αυτού αμέτρητοι. Ξέσπασαν ατελείωτοι πόλεμοι, αναμετρήσεις επί αναμετρήσεων, δολοπλοκίες, ανίεροι δεσμοί, εξορίες, βασανιστήρια, φόνοι. Το αίμα έρεε ακατάπαυστα. Ο θεός του άδη ευχαριστούσε για την συνεχή ευωχία που του προσέφεραν οι διαρκείς αφίξεις ψυχών σε αυτόν. Στο τέλος, το παιχνίδι του στέμματος ανέδειξε νικητή, όχι τον κάλλιστο αλλά τον μοχθηρέστατο όλων. Διότι, εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας. Ίσως, τελικά το κακό να πολεμιέται στα ίσα με ένα άλλο κακό… Ή μήπως όχι;

Το παιχνίδι του στέμματος τρέφεται από την εντροπία.
Το παιχνίδι του στέμματος δεν προσφέρεται για έντιμους.
Το παιχνίδι του στέμματος δεν διστάζει να σπιλώσει μνήμες.
Το παιχνίδι του στέμματος δεν φείδεται της λάσπης.
Το παιχνίδι του στέμματος δεν συγχωρεί ευαισθησίες.
Το παιχνίδι του στέμματος δεν καταλαβαίνει από κώδικες τιμής.
Το παιχνίδι του στέμματος δεν το κερδίζουν ποτέ οι γενναίοι.
Το παιχνίδι του στέμματος αντιστρέφει τις έννοιες.
Το παιχνίδι του στέμματος κάνει χρήση όλων ως αθύρματα.
Το παιχνίδι του στέμματος ανοικοδομεί την φαυλότητα σε δυσθεώρητα ύψη.
Το παιχνίδι του στέμματος εδράζεται στα πλέον βρωμερά καταγώγια της “ανθρώπινης” ψυχής.

Αυτό το παιχνίδι του στέμματος θα το κόψει στα δύο εκείνος που θα έρθει, εκείνος που υπέρκειται των κατωτέρων ενστίκτων…

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

Κριτική για την παράσταση του Χρήστου Λιακόπουλου που υποδύεται τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό





"Πεθαίνω και παραμένω ο ίδιος άνθρωπος, παιδί, νέος, αξιωματικός, αυτοκράτωρ..."

Η κατακλείδα από τον εκπληκτικό μονόλογο του Χρήστου Λιακόπουλου στον "Αυτοκράτορα Αδριανό", ωδή στον έρωτα αλλά και την παιδική αθωότητα.

Animula, vagula, blandula
Hospes comesque corporis
Quae nunc abibis in loca
Pallidula, rigida, nudula,
Nec, ut soles, dabis iocos


Μικρή ψυχή, περιπλανώμενη και γητεύτρα
Φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος
Που σύντομα θα αναχωρήσεις για τόπους
Σκοτεινούς, παγωμένους και ομιχλώδεις
Ένα τέλος σε όλα σου τα αστεία


Ποίημα του Αδριανού, λίγο καιρό πριν πεθάνει

Για 3ο χρόνο ο ηθοποιός Χρήστος Λιακόπουλος υποδύεται τον Αντωνίνο αυτοκράτορα Αδριανό στο θέατρο Αλκμήνη. Πρόκειται για έναν εκπληκτικό μονόλογο, του οποίου ο ίδιος έχει γράψει το σενάριο, έχει επιμεληθεί την σκηνοθεσία και τις μουσικές επιλογές. Ο φωτισμός, η άρθρωση του λόγου, η αυξομείωσις της εντάσεως του λόγου, οι συνοδευτικές κλασσικές μελωδίες, η περιφορά εν μέσω των θεατών καθιστούν την παράσταση μοναδική. Ο Αδριανός, γέροντας ων, σε ηλικία 62 ετών, λίγο πριν την αποδημία του εις τα Ηλύσια Πεδία προβαίνει σε μία γενναία ενδοσκόπηση του βίου του και των διδαγμάτων άτινα απεκόμισε ένεκα τούτου.

Υπάρχουν στιγμές που ο ερμηνευτής απλά σκιαγραφεί τη ζωή του αυτοκράτορος και στιγμές που καθηλώνει το κοινό εμμένοντας στην βιωματική έκσταση γεγονότων του βίου του που τον συνεκλόνησαν συθέμελα. Γιατί τι είναι η ζωή μας παρά πολλές μικρές στιγμές, μικρές ψηφίδες που τοποθετούνται στο ψηφιδωτό της και που όταν τελειώσουν τελευτά και η ίδια. Αυτό που μένει, όμως, αυτό που μας χαρακτηρίζει στο διηνεκές ως ξεχωριστές οντότητες είναι το τελικό πορτραίτο του εαυτού μας στον ορίζοντα του απείρου του σύμπαντος. Ένα πορτρέτο το οποίο φιλοτεχνήθηκε, αποκλειστικώς, από εμάς τους ίδιους αλλά που θα κριθεί από τους επιγιγνομένους κατά πόσον είναι όμορφο ή όχι.

Ο Λιακόπουλος επιτυγχάνει να παρουσιάσει έναν Αδριανό έμπλεο συναισθηματικών φορτίσεων, ειδικότερα στο κομμάτι εκείνο του βίου του που αναφέρεται στον Αντίνοο, έναν ύμνο στον αγνό και άδολο έρωτα όπως εκείνος τον έπλασε. Στην σκέψη του και μόνον ταράζεται, όχι από αυτά που συμβαίνουν αλλά για εκείνα τα οποία σύμφωνα με την δική του κοσμοθέαση συμβαίνουν, δικαιώνοντας έτσι τον στωικό Επίκτητο.

Ξετυλίγοντας το κουβάρι των σκέψεών μας για την παράσταση δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στο γεγονός πως ο Λιακόπουλος δίδει ιδιαίτερη έμφαση στην ελληνότροπη σκέψη του Αδριανού. Η σκηνή που συλλογάται τις ευθύνες του ως ηγεμόνος μίας αχανούς αυτοκρατορίας με βάση τις διδαχές του Έλληνος παιδαγωγού του Κλεομένη αποδίδεται παραστατικότατα με ήπιο και σταθερό φωνητικό τόνο: “Για να μπορείς να κυβερνάς πρέπει πρώτα να μάθεις να σε κυβερνούν” (πρόκειται για την φράση του Σόλωνος: “Άρχεσθαι μαθών άρχειν επιστήσει” η οποία υπήρχε στις στρατιωτικές σχολές). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και με την αναφορά του στους υπηκόους του πως δεν τους μίσησε ποτέ γιατί αυτούς τους ίδιους εκλήθη να κυβερνήσει και πως στο τέλος-τέλος και εκείνος είναι ένας από αυτούς. Γιατί και ο Αδριανός είναι βροτός, είναι θνητός, με το γνώθι σ’αυτόν και όχι θεός, παρά την αναγκαστική αποδοχή της θεότητός του στα πολιτικά πλαίσια του ρωμαϊκού imperium. Αλλά και η παραδοχή για τον κηδεμόνα του Τραϊανό, ο οποίος τελικά απέτυχε στο όνειρό του, το ίδιο που φιλοδόξησε να μεταλαμπαδεύσει τον Αδριανό, δηλοί βαθείαν επίγνωση της ανθρωπίνου ματαιότητος (“ματαιότης, ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης” αναφωνεί ο “Εκκλησιαστής”, βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης συγγραφέν κατά τα ελληνιστικά έτη και βαθύτατα επηρεασμένο από τον Στωικισμό).

Η αποκάλυψη, όμως, της ποιότητος του ανθρώπου Αδριανού, αυτής της ευγενικής ψυχής, εδράζεται στα λόγια του, εν είδει επικηδείου, για την σύζυγό του Βίμπια Σαβίνα, η οποία και απεβίωσε πριν από εκείνον. Καίτοι, ως ζευγάρι, δεν τα βρήκαν ποτέ, με την Σαβίνα να τον κατηγορεί συνεχώς, ο ίδιος μετέπλασε το μίσος της ως τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του. Αυτό και μόνον αρκεί ώστε το ουράνιο πορτραίτο του Αδριανού να εκπέμπει μίαν ιδιαίτερη ομορφιά στην συμπαντική απεραντοσύνη.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Ο Λυκογέννητος



Βαθειά, μέσα στο δάσος, αρκετά χρόνια πριν, γεννήθηκε ο ημίαιμος. Καίτοι μισός λύκος και μισός άνθρωπος κληρονόμησε τις αρετές, πήρε τα χαρίσματα των δύο του γενών. Ο Λυκογέννητος πέπρωται να ηγεμονεύσει της αγέλης για να την οδηγήσει σε σίγουρα μονοπάτια. Επί των ημερών του η αγέλη θα γνωρίσει ημέρες δόξας και κλέους και θα τύχει της απόλυτης καταξίωσης. Η βασιλεία του θα μείνει στην ιστορία του δάσους ως η πλέον ουσιαστική. Το αποτύπωμα του, τώρα πια, υπάρχει σε κάθε γωνιά του απέραντου δάσους. Πρόκειται για την σφραγίδα μίας δίκαιης μα ταυτόχρονα και ασυμβίβαστης πορείας.

Κάποια στιγμή θα αφήσει τα ηνία στον διάδοχό του, τον οποίο θα επιλέξει όχι μόνος, αλλά ομού μετά των συμβούλων του. Θα τον έχει υιοθετήσει από πριν ώστε να του διδάξει τις αρετές του κυβερνάν. Το πρώτο πράγμα που θα του διδάξει είναι η υπευθυνότητα και η αξιοπρεπή στάση έναντι στην όποια δυσκολία. Θα ξεκινήσει με την προτροπή στον εκκολαπτόμενο διάδοχο τού να ακούει σωστά, να παρατηρεί, να σκέφτεται με ειλικρινή καρδιά και καθάριο νου, προτού μιλήσει ή πράξει το οτιδήποτε για το οποίο ίσως και να μετανιώσει πικρά αργότερα. “Τους μαθαίνω να σκέφτονται” απεκρίθη ο αθάνατος Σταγειρίτης στον Φίλιππο, όταν ερωτήθη για το τι διδάσκει στον μικρό Αλέξανδρο και τους συνομηλίκους του. Και αφού ενσταλάξει στο μυαλό του το Σκέπτεσθαι, θα του δείξει πώς να υπακούει στους μεγαλύτερους γιατί θα πρέπει πρώτα να μάθει να διοικείται ώστε να φθάσει, κάποια στιγμή, να διοικήσει κι εκείνος, όπως πολύ ορθά προέτρεπε ο Σόλων. Τέλος, θα του επιστήσει την προσοχή στην κεφαλαιώδη αρετή που διακρίνει έναν δίκαιο ηγεμόνα, η οποία δεν είναι άλλη από το να αφουγκράζεται τον λαό του, να εμβαθύνει στην εσώτερη συλλογική ψυχή, να την κατανοήσει.

Όταν ο Λυκογέννητος ολοκληρώσει την παίδευση του νέου ηγέτη της φυλής τότε θα πάρει τον μακρύ δρόμο της περιπλάνησης, ως μοναχικός λύκος πλέον. Το έργο του θα έχει, πλέον, ολοκληρωθεί. Γιατί ορισμένες φορές, λίγο πριν το τέλος, είναι προτιμότερη η υπερήφανη μοναξιά από την υποδούλωση σε μία εσαεί συμβατικότητα...

Χαμογελάτε



Καθώς περπατούσα στην πλατεία με πλησίασαν 2 παιδιά, γύρω στα 10. Κρατούσαν ένα κουτί με λευκή μπογιά και ένα πινέλο. Από την προφορά των κατάλαβα ότι ήταν αλλοδαπά.

-Κύριε, κύριε έρκεστε; (τα εξιστορώ με την προφορά τους), μου φωνάζουν.

Σιμώνω προς το μέρος τους και αποκρίνομαι: Τι θέλετε παιδιά;

-Μήπως και θέλετε;

-Να θέλω τι; Απήντησα, εκ νέου, με ερώτηση.

-Γκράψετε ελληνικά; μου είπαν.

 -Να γράψω; Αναρωτήθηκα φωναχτά.

-Όκι σχολείο, μου είπαν.

-Συρία; τους απαντώ. 

-Όκι Συρία, Ιράκ, μου απεκρίθησαν.

-Α, καλά τα ίδια χάλια κι εκεί, μουρμούρισα.

-Κύριε; Φώναξε το ένα, κυττάζοντάς με επίμονα, περιμένοντας να ανταποκριθώ στο αίτημά τους.

-Λοιπόν παιδιά, θα σας γράψω μία λέξη, τους είπα.

Έτσι, πήρα το πινέλο και το βύθισα ελαφρώς στο χρώμα γράφοντας: “Χαμογέλα”.

-Να είστε πάντα πρόσχαρα και χαμογελαστά, τους τόνισα φεύγοντας (ότι κατάλαβαν, αλλά με το μειδίαμα που τους έδειξα, κατανόησαν την βασική σημασία).

-Φκαριστούμε κύριε, κύριε;

-“Κανένας”, τους απήντησα.

-Να’ στε καλά και πάντοτε να χαμογελάτε, ανεφώνησα καθώς ο βηματισμός μου ακολουθούσε ολοένα και πιο γοργούς ρυθμούς στο ύψος των καρδιακών παλμών, θέλοντας ίσως να προλάβει το τελευταίο μαγιάτικο σούρουπο στο πολύπαθο κλεινόν άστυ.

Χαμογελάτε, λοιπόν, κι αν δεν είναι, ας γίνει, τότε, μεταδοτικό…

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Η Δικαίωση



Η φωτιά στο τζάκι δυνάμωνε καθώς έκαιγε τα σωθικά από τα μεγάλα δρύινα κούτσουρα. Οι φλόγες τρεμόπαιζαν δώθε κείθε, σε ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταξύ φανταστικού και πραγματικού, υπνωτίζοντας την ατμόσφαιρα, προετοιμάζοντας την... Κάποιες φορές έγλειφαν, με πλέρια δόση ικανοποίησης, τα εξωτερικά κεραμικά τοιχώματα, επιχειρώντας επίμονα να δραπετεύσουν στο ευρύχωρο σαλόνι. Η Ερριέτα και ο Δημήτρης κείτονταν σιμά, αισθανόμενοι την φλόγινη ανάσα να διαπερνά τα γυμνά κορμιά τους.

-Να’ μαστε επιτέλους εδώ, σε τούτη την μικρή πανέμορφη γωνιά, αφουγκραζόμενοι τους παλμούς μας, αντικρύζοντας το μέλλον αντάμα, δίχως φόβο μα με περίσσιο πάθος, ανεφώνησε με ένα βαθύ αίσθημα ικανοποίησης ο Δημήτρης.
-Δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρναμε, είπε η Ερριέτα.
-Η αλήθεια είναι πως το φοβόμουν πολύ. Βαθιά μέσα μου, όμως, δεν ξέρω, είχα την ακλόνητη πεποίθηση πως αυτό που μας ενώνει είναι τόσο δυνατό, γι’ αυτό και στο τέλος θα κέρδιζε. Γιατί δεν πρόκειται για κάτι εφήμερο, ποτέ δεν ήταν και το γνωρίζαμε και οι δύο, συμπλήρωσε ο Δημήτρης, στρέφοντας, ταυτόχρονα, το πρόσωπο προς τα πάνω εκπνέοντας λυτρωτικά.
-Όντως, έτσι το βιώνω κι εγώ!
-Φύσει αισιόδοξος βλέπεις. Και να, βρισκόμαστε σε αυτό το δωμάτιο μόνοι μας, αναπνέοντας αέρα ελευθερίας. Αν ζω μέσα σ’ όνειρο, παρακαλώ σας, μη με ξυπνάτε!
-Εκτός κι αν…
-Εκτός αν, τι; Ρώτησε ο Δημήτρης.
-Εκτός κι αν ξυπνήσεις με ένα ζεστό φιλί, απάντησε η Ερριέτα.
-Όνειρο μέσα στ’ όνειρο!
-Υπάρχουν στιγμές που όνειρο και πραγματικότητα συνουσιάζονται γινόμενα ένα, έτσι που είναι δύσκολο να τα διακρίνεις.
-Αυτή, όμως, είναι και η μαγεία της ερωτικής μέθεξης Ερριέτα μου.
-Ακριβώς Δημήτρη μου, γιατί μόνον ο Έρωτας διαθέτει τη δύναμη της μετουσίωσης ύλης και πνεύματος σε ένα, με συνδετικό στοιχείο την καρδιά.
Αυτοστιγμή, Ερριέτα και Δημήτρης γύρισαν ο ένας προς τον άλλο, βάζοντας τα χέρια ο ένας στην καρδιά του άλλου.
-Το νοιώθεις, έτσι δεν είναι; Είπε η Ερριέτα.
-Ναι, νοιώθω έως τα βάθη της ύπαρξής μου ετούτη την υπερκόσμια έλξη. Σε θέλω Ερριέτα, να γευτώ από τ’άλικα χείλη σου το άναμα της ζωής έως ότου οι ανάσες και τα κορμιά μας γίνουν ένα, απάντησε ο Δημήτρης. 
-Έλα, ψέλλισε η Ερριέτα με ελαφρά αλλαγμένη φωνή από τον βαθύ λυγμό της ηδονής που λαμπάδιαζε, σπιθαμή προς σπιθαμή, ολόκληρο το είναι της…

Το ξεροβόρι λυσσομανούσε, τα παγερά χειμωνιάτικα δόντια καιροφυλακτούσαν. Όλα αυτά όμως έως την στιγμή που δύο ψυχές, δύο ξαναμμένα σώματα κινούσαν προς την Εδέμ της ολοκλήρωσης. Ακριβώς τότε σταμάτησε, μεμιάς. Μια γλυκιά βροχή πήρε τη θέση του χαϊδεύοντας ηδονικά τα παραθυρόφυλλα…


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Η γη του χαμένου ορίζοντα



Το άλλοτε φωτεινό βασίλειο του Σωρέ βρίσκεται τώρα στη γη του χαμένου ορίζοντα. Ο σημερινός βασιλιάς του κείται μεταξύ του σκοταδιού και του πάγου που το έχει καλύψει, απ’ άκρη σ’ άκρη. Εκεί, πλέον, ο ήλιος δεν ανατέλλει και τα αστέρια δεν λάμπουν. Ολάκερη η επικράτεια έχει παγώσει, μα πιότερο οι καρδιές των κατοίκων της. Στην γη αυτή δεν υπάρχει αύριο. Σε ετούτη τη γη η ζωή λιώνει αργά και βασανιστικά όπως το κερί. Εδώ οι άνθρωποι είναι αλυσοδεμένοι με την άβυσσο και το γνωρίζουν.

Κι όμως! Κάποια εποχή, όταν στο Σωρέ έρεε άφθονο το μέλι και το γάλα, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η χώρα τους ήταν φωτεινή, ήταν αξιοθαύμαστη κι ευτυχισμένη. Τότε; Τι συνέβη και κατέληξαν εδώ;

Πολύ απλά απαρνήθηκαν την αρχέγονη ζωοποιό δύναμη, εκείνη που με μία της πνοή μετατρέπει τα άψυχα σε έμψυχα.

Κι από τότε έπεσαν σε ανείπωτη θλίψη και πάγωσαν. Μέχρι και το έως εκείνη την στιγμή όνομα του βασιλείου τους άλλαξε.

 Αναγραμματίστηκε και έγινε Σωρέ…

Ο έρωτας, όπως παρουσιάζεται στον Σούτσο μέσα από το μυθιστόρημα του "Λέανδρος"




Ο Ρομαντισμός επηρεάζει τα πρώτα λογοτεχνικά έργα στο άρτι δημιουργηθέν νεοελληνικό κράτος. Ο Παναγιώτης Σούτσος αποτελεί έναν από τους επιφανέστερους αντιπροσώπους του. Μέσα από συγκεκριμένα αποσπάσματα από το μυθιστόρημά του "Ο Λέανδρος" θα εξετάσουμε πως διαχειρίζεται το θέμα του έρωτα. 


Ο Παναγιώτης Σούτσος προέρχεται από επιφανή οικογένεια Φαναριωτών. Την εποχή που δραστηριοποιείται λογοτεχνικά στην Ευρώπη κυριαρχεί το πνεύμα του Ρομαντισμού . Ο Σούτσος έχει επηρεαστεί, κυρίως, από το ρομαντικό κίνημα στη Γερμανία. Το έργο Τα πάθη του Βέρθερου του Γκαίτε αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού κινήματος και εγκαινιάζει το σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο ξεσκεπάζει ενδόμυχα συναισθήματα και θέτει τις βάσεις του ρομαντισμού. Αυτό το μυθιστόρημα έδωσε τροφή σε πολλούς συγγραφείς, ένας από αυτούς ήταν και ο Παναγιώτης Σούτσος. 

Το μυθιστόρημά του αυτό είναι γραμμένο υπό τη μορφή επιστολών, σύμφωνα πάντα με το πνεύμα του Βέρθερου αλλά και τις επιρροές του Foscolo. Πρόκειται για μία απλή μορφή επιστολικού μυθιστορήματος στο οποίο ανταλλάσσονται επιστολές μεταξύ των τεσσάρων ηρώων του. Πρωταγωνιστικό ρόλο, φυσικά, καταλαμβάνει ο ίδιος ο Λέανδρος και η αγαπημένη του Κοραλία. Πέραν αυτών συμμετέχουν ο φίλος του Λεάνδρου ο Χαρίλαος και η φίλη της Κοραλίας η Ευφροσύνη. Βασικό θέμα της ιστορίας είναι το ρομαντικό ειδύλλιο μεταξύ δύο ανθρώπων τους οποίους χώρισαν οι καταστάσεις, αλλά ενώνει ο έρωτας. Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, το απόσπασμα από την επιστολή ΚΣΤ όταν απευθυνόμενη η Κοραλία προς τον Λέανδρο επικαλείται το πεπρωμένο ώστε να αποδώσει σε αυτό την αιτία που δεν μπορούν να είναι μαζί: η σιδηρά ειμαρμένη μας απεχώρισε, εις την γην δεν μας επερίμενε τύχη ουράνιος, αι αντιπαλεύσεις του πεπρωμένου μάταιαι, αν και στην ουράνια πραγματικότητα, όπως την ορίζει: τύχη ουράνιος, είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο: η φύσις μας έπλασε διά να συνευτυχήσωμεν.

Ο Σούτσος, πιστός στην εικόνα του αγνού και άδολου έρωτα, πλημμυρίζει το έργο με έντονη την περιγραφή των συναισθημάτων, όπως για παράδειγμα στην επιστολή ΙΖ με τις σκέψεις του Λέανδρου στη θέα της Κοραλίας: παρελθόν, μέλλον δεν υπάρχετε! Όντα, είσθε σκιαί, χείμαρρος ευδαιμονίας, άβυσσος ηδονής. Όμως, δεν αρκείται στις δικές του λέξεις αλλά επιστρατεύει στην ίδια επιστολή τον πόθο που εκπορεύεται από την ποίηση της Σαπφούς, της λεγομένης και 10ης Μούσας` και μάλιστα μεταφέροντας αυτούσια αποσπάσματα από το αρχαίο κείμενο: Φαίνεται μοι κείνος ίσος Θεοίσοιν […] βομβεύσιν δ’ ακοαί μοι. Το ίδιο πράττει και η Κοραλία στην επιστολή ΙΘ όταν εκμυστηρεύεται στην Ευφροσύνη τις μύχιες σκέψεις της και τον ανομολόγητο πόθο της για τον Λέανδρο: η Κοραλία έχασε τας φρένας της, ο Λέανδρος κατεμάγευσε τας αισθήσεις της, το σώμα μου τήκεται` η ψυχή μου μαραίνεται. 

Για τον Λέανδρο του Παναγιώτη Σούτσου ο έρωτας είναι ειλικρινής και από τις δύο πλευρές και δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση, πολλώ δε μάλλον όταν επιδεικνύεται με όλες τις πτυχές του, πιο φανερός δεν γίνεται: Καίω, καίω! Φέρετέ με εις δροσεράς βρύσεις, έφυγε! Ποίαι άβυσσοι κεκρυμμέναι εξαίφνης ανεκαλυφθησαν. Όμως, αν και η ερωτική επιθυμία απεικονίζεται με τις πλέον έντονες περιγραφές, υπερβαίνουσα τα κοινωνικά στερεότυπα, εντούτοις, παρατηρούμε ότι σε κάποια σημεία εμφιλοχωρούν οι συμβατικές πεποιθήσεις και οι ηθικοί φραγμοί στις σκέψεις της Κοραλίας: Ω θεέ! Θέλω ιδεί τον ενάρετον σύζυγόν μου βασανιζόμενον από τας υποψίας, με κορυφαίο σημείο τα λόγια της Ευφροσύνης προς την Κοραλία στην επιστολή ΙΗ: Τα χρέη του υμεναίου είναι χρέη αληθή, και η διαγωγή της μητρός επηρεάζει την τύχη των τέκνων.

Επιπρόσθετα, ο Σούτσος σέβεται τη γυναικεία φύση, εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο αντιμετώπισής της από την πλευρά των ανδρών. Αυτό καταδεικνύεται στις παραινέσεις της Ευφροσύνης προς την Κοραλία στην ΙΗ επιστολή: οι άνδρες μας θεωρούν όντα πλασθέντα προς τέρψιν της καρδίας των. Εδώ να σημειώσουμε ότι τα λόγια της συμφωνούν με την οπτική του Φρουμέντιου περί σκεύους ηδονής στο έργο του Ροΐδη Πάπισσα Ιωάννα, με τη διαφορά ότι ο Ροΐδης παρουσιάζει τις σκέψεις του νεαρού μοναχού κυνικά και ωμά, ενώ ο Σούτσος, διά στόματος Ευφροσύνης, στηλιτεύει τον ανδρικό φαλλοκρατισμό στοχεύοντας στη γυναικεία χειραφέτηση. Για να είμαστε, όμως, ειλικρινείς και ο Ροΐδης κάνει αναφορά στη χειραφέτηση της γυναίκας: τρέφοντος τη εσκωριασμένην ιδέαν ότι αι γυναίκες πρέπει να έχωσιν ένα μόνον εραστήν […] καθίστα αυτόν σκεύος οχληρόν και δυσμετακόμιστον, αντιστρέφοντας μάλιστα τους όρους του αντικειμένου στην πρόταση όταν στη θέση του σκεύους βάζει τον Φρουμέντιο` εκεί που ο τελευταίος προηγουμένως είχε τοποθετήσει την Ιωάννα.

Η βασική θέση του Σούτσου είναι πως δεν αξίζει στην γυναίκα να καταπιέζεται και πως το δίκαιο θα ήταν η χειραφέτησή της. Ο Σούτσος, ως γνήσιο τέκνο του ρομαντικού κινήματος, προσδίδει στον έρωτα θείες διαστάσεις, δεν υπερβαίνει, όμως, τις ηθικές συμβάσεις. Παρουσιάζει τους πρωταγωνιστές του από τη μία να φλέγονται από ερωτική επιθυμία, ενώ από την άλλη να κρατούν τις αποστάσεις σεβόμενοι την ειμαρμένη που τους έλαχε. Όλα κινούνται στα πλαίσια των κοινωνικών συμβάσεων.

François-Auguste-René Rodin (1840-1917)



Θεωρείται ο θεμελιωτής της μοντέρνας γλυπτικής. Τα έργα του είναι ρεαλιστικά. Ο ίδιος δεν διστάζει να τονίσει τις ανθρώπινες ατέλειες. Εδώ το έργο του "Αιώνια άνοιξη" (L’éternel printemps - 1884). Ο τρόπος που το γλυπτό αντανακλά το φως είναι ιδιαίτερος. Οι επιφάνειες είναι πλασμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι τα δυο κορμιά πάλλονται...

François Anatole Thibault: Το βιβλίο του φίλου μου




"Πάντα προτιμούσα την τρέλα των παθών από τη σοφία της αδιαφορίας." (Ανατόλ Φρανς)
Μικρό αφιέρωμα σήμερα στον François Anatole Thibault (Ανατόλ Φρανς 1844-1924), ο οποίος ήταν Γάλλος Μυθιστοριογράφος και Κριτικός. Ετιμήθη για το έργο του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1921. Στο βιβλίο του που τιτλοφορείται: "Το βιβλίο του φίλου μου" ο Ανατόλ Φρανς ενσταλάζει στην καρδιά την απωλεσθείσα ευγένεια του εαυτού μας και την νοσταλγική περιπέτεια του ωραίου μέσα από τα μάτια της παιδικής και εφηβικής του ψυχής...

"...Ναι, φίλοι μου, με το να ξεφυλλίζω τα παληά σκουληκοφαγωμένα βιβλία, τα σκουριασμένα παληοσιδερικά και τα σαραβαλιασμένα σανίδια που πουλούσατε για να ζήσετε, ένοιωσα από μικρό παιδί το βαθύ αίσθημα της ροής των πραγμάτων και της ανυπαρξίας του παντός. Διαισθάνθηκα ότι οι υπάρξεις δεν ήταν παρά εναλλασσόμενες εικόνες μέσα στην παγκόσμια αυταπάτη και ότι εγώ, ήμουν, από τότε στην θλίψη, στην ευχαρίστηση και στο έλεος."