Περασμένα μεσάνυχτα. Η ώρα που η φύση και η πόλη ηρεμεί. Η
μεταμεσονύκτια συμφωνία των ήχων της νυκτός
κορυφώνεται. Η νύχτα βαθαίνει έχοντας καθολική πλέον την κυριαρχία σε έμψυχα
και άψυχα. Βλέπεις, βαστά σφιχτά τα κλειδιά του χρόνου που η εξαντλημένη μέρα της
παρέδωσε. Όμως, το μεγάλο της μυστικό είναι το Clavicula Noctis, το οποίο σφυρηλάτησε, κρυφά από την ημέρα, μέσα στο σπήλαιο
και λίκνο των εχιδνέων Μουσών.
Clavicula noctis στην
λατινική λογοτεχνία είναι το κλειδί της νυκτός το οποίο σε οδηγεί σε άλλες
σφαίρες, σε σύμπαντα τα οποία ουδέποτε έχεις φανταστεί. Στην ουσία πρόκειται
για το κλειδί του εσώτερου εαυτού που σε οδηγεί, μέσα από διάφορα στάδια
μυήσεως, στην αυτοπραγμάτωση. Ο μύθος αυτού του κλειδιού χάνεται στην αχλύ της
προϊστορίας προσεγγίζοντας την εποχή της χαμένης ηπείρου, της Ατλαντίδος. Η ίδια
η νύχτα το εμπιστεύθηκε στον Βασιλιά των Ατλάντων Αζάη υπό τον όρο να το
κρατήσει για τον εαυτό του και για τους εκλεκτούς, τους άξιους.
Δυστυχώς, τη
στιχομυθία τους την άκουσε η κόρη του Εριφύλη, η οποία αποφάσισε να το κλέψει.
Ήθελε να το δώσει στον αγαπημένο της Αλκμαίωνα. Ο Αλκμαίων ήταν στρατηγός του
Αζάη, όμως έπεσε στη δυσμένειά του όταν απέτυχε να σταματήσει τον στασιαστή Κεράωνα.
Τον τελευταίο σκότωσε, τελικά, ο Αζάης με το φλεγόμενο Καλυδώνιο ξίφος του, μοναδικό
δώρο του Ποσειδώνα.
Ο Βασιλιάς της Ατλαντίδος
προόριζε την Εριφύλη για τον Οφέλλα, έναν ανώτατο αξιωματούχο και δεξί του χέρι
στη διακυβέρνηση της αχανούς χώρας. Η Εριφύλη δεν τον ήθελε. Έβλεπε κρυφά τον
Αλκμαίωνα. Ήταν και οι δύο τους τυφλά ερωτευμένοι. Η καλλιπλόκαμος πορφυρόεσσα
πριγκηποπούλα το είχε αποφασίσει. Θα έπαιρνε το κλειδί της νύχτας, πάση θυσία. Έτσι,
το επόμενο βράδυ, αφού έριξε τη σκόνη από ένα σπάνιο βοτάνι στο κρασί του
πατέρα της, μπήκε στο δωμάτιό του.
Ο Αζάης ένιωσε βαρύ
το κεφάλι του και μία δυσθυμία τον κυρίευσε. Δεν θέλησε να συμβουλευτεί τον
Μαχάονα, τον ιατρό του, και αποφάσισε να αποσυρθεί στα ιδιαίτερα διαμερίσματά
του σκεπτόμενος ότι την επόμενη θα ένιωθε πολύ καλλίτερα. Ήταν τότε που η
Εριφύλη εισήλθε στην κλίνη του. Μέσα στο θολωμένο του μυαλό ο Αζάης σα να
αντελήφθη την παρουσία της, ήταν όμως ανίκανος ν’ αντιδράσει και σε λίγα λεπτά
κείτονταν αναίσθητος.
Η θυγατέρα του
γνώριζε πως θα ανοίξει την κρύπτη στον τοίχο τού δωματίου του. Έτσι, σε λίγα
λεπτά το Clavicula
Noctis
ήταν
δικό της. Κατάδικό της! Αυτό θα ήταν η προσφορά του έρωτά της στον Αλκμαίωνα.
Το άξιζε, σκέφτονταν… Μετά από λίγο τον συναντούσε στη νότια πλευρά των
ανακτόρων, αρκετά μακριά από το υπνοδωμάτιο του πατέρα της.
-Αγαπημένε μου
Αλκμαίωνα, ονειρεμένε μου άνδρα, κορώνα της καρδιάς μου, κύττα τι σου έφερα!
-Γλυκοφίλητη Εριφύλη
μου, ψυχή της ψυχής μου, παναιθέρια ανάσα μου, επιτέλους, σε βλέπω ξανά!
-Η Νύχτα έδωσε στον
πατέρα μου το μονάκριβο της κλειδί κι εγώ του το έκλεψα για να στο φέρω. Θέλω
να σφραγίσει την αγάπη μας στην αιωνιότητα!
-Γνωρίζεις τη χρήση
του; Ρώτησε ο Αλκμαίων.
-Όχι, μα φαντάζομαι
πως δεν θα‘ ναι δύσκολο να το ανακαλύψουμε, αποκρίθηκε η Εριφύλη.
-Για να το δω, η
περιέργεια με κατατρώει, είπε ο Αλκμαίων.
Η Εριφύλη έδωσε το
κλειδί στον αγαπημένο της. Ευθύς, μόλις το πήρε, ο Αλκμαίων το περιεργάστηκε
για λίγο. Έπειτα το ανύψωσε προς την πλευρά
της Ανατολής λέγοντας: Conjuro et confirmo super vos, Angeli fortes, sancti atque potentes, in nomine on Hey Heya la le Adonay Saday.
Σε λίγα δευτερόλεπτα ένας ασύλληπτος κρότος ακούστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη της Ατλαντίδος. Μια εκτυφλωτική
λάμψη κατέκλυσε την αχανή ήπειρο. Η γη σκίστηκε στα δύο, βρυχώμενη έως τα
πέρατα του ορίζοντα. Ευθύς αμέσως η πύρινη λάβα ξεπήδησε ορμητικά, λες και
καρτερούσε υπομονετικά, συσσωρεύοντας την οργή της εδώ και χιλιετίες. Την ίδια
στιγμή ο Ωκεανός ορθώθηκε σε τεράστια κύματα κατακλύζοντας ότι έβρισκε στο
διάβα του.
-Το είχε υποσχεθεί η
μητέρα μου η Προμένεια η Μάγισσα ότι θα εκδικηθεί, είπε ο Αλκμαίων. Ο Αζάης
την είχε απορρίψει για σύζυγο όταν έμαθε ότι ασχολούνταν με τις απόκρυφες
τέχνες. Την είχε διώξει, σκαιότατα μάλιστα.
-Ναι, αλλά έτσι θα
πεθάνουμε κι εμείς, αντέτεινε η Εριφύλη.
-Θα ενσαρκωθούμε στο
μέλλον, απήντησε ο Αλκμαίων, ενώ ταυτόχρονα την έσφιξε στην αγκαλιά του δίνοντάς
της το φιλί της αιωνιότητας...
Αυτό ήταν το τέλος της Μυθικής
Ατλαντίδος στις 25 Ιουλίου του έτους 8856 π.Χ με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο…