Καθώς περπατούσα στην
πλατεία με πλησίασαν 2 παιδιά, γύρω στα 10. Κρατούσαν ένα κουτί με λευκή μπογιά
και ένα πινέλο. Από την προφορά των κατάλαβα ότι ήταν αλλοδαπά.
-Κύριε, κύριε
έρκεστε; (τα εξιστορώ με την προφορά τους), μου φωνάζουν.
Σιμώνω προς το μέρος
τους και αποκρίνομαι: Τι θέλετε παιδιά;
-Μήπως και θέλετε;
-Να θέλω τι;
Απήντησα, εκ νέου, με ερώτηση.
-Γκράψετε ελληνικά;
μου είπαν.
-Να γράψω; Αναρωτήθηκα φωναχτά.
-Όκι σχολείο, μου
είπαν.
-Συρία; τους
απαντώ.
-Όκι Συρία, Ιράκ, μου
απεκρίθησαν.
-Α, καλά τα ίδια
χάλια κι εκεί, μουρμούρισα.
-Κύριε; Φώναξε το ένα,
κυττάζοντάς με επίμονα, περιμένοντας να ανταποκριθώ στο αίτημά τους.
-Λοιπόν παιδιά, θα
σας γράψω μία λέξη, τους είπα.
Έτσι, πήρα το πινέλο
και το βύθισα ελαφρώς στο χρώμα γράφοντας: “Χαμογέλα”.
-Να είστε πάντα πρόσχαρα
και χαμογελαστά, τους τόνισα φεύγοντας (ότι κατάλαβαν, αλλά με το μειδίαμα που
τους έδειξα, κατανόησαν την βασική σημασία).
-Φκαριστούμε κύριε,
κύριε;
-“Κανένας”, τους
απήντησα.
-Να’ στε καλά και
πάντοτε να χαμογελάτε, ανεφώνησα καθώς ο βηματισμός μου ακολουθούσε ολοένα και
πιο γοργούς ρυθμούς στο ύψος των καρδιακών παλμών, θέλοντας ίσως να προλάβει το
τελευταίο μαγιάτικο σούρουπο στο πολύπαθο κλεινόν άστυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου