Θαρρώ πως είχε
σουρουπώσει, για τα καλά, όταν, ως συνήθως, απορροφημένος στις σκέψεις μου αισθάνθηκα
μία παρουσία δίπλα μου. Ήταν ο Μενέλαος Λουντέμης, ένας από τους αγαπημένους
μου λογοτέχνες από την εφηβεία. Βλέποντας με έτσι, βαθειά αναστοχαζόμενο, μου είπε:
Έζησα
με χαμηλωμένη λάμπα για να μη κάψω τις ψυχές που φτερούγιζαν γύρω μου. Μα,
γελάστηκα. Ήταν μια ψυχή που δε θα τη γλίτωνα. Γιατί ήταν μες στην ίδια τη
φωτιά.
Ήταν
αυτή η ίδια η φωτιά: Η δική μου.
Ασυναίσθητα, τότε, γυρίζοντας
προς το μέρος του, απεκρίθην:
Ετούτη
η φωτιά θέριεψε κι έγινε πυρκαγιά όταν ξαφνικά οι πρώτες γλυκερές νότες
ξεπρόβαλλαν από το μαγικό κλειδοκύμβαλο της ευτυχίας, διώχνοντας την κατάμαυρη
σιωπή της νυκτερινής σιγαλιάς. Η φεγγαροστεφανωμένη καλλιπλόκαμος πορφυρόεσσα
κυρά του δάσους άρχισε να παίζει την μελωδία της αιώνιας ανοίξεως. Και η πλάση
κράτησε την αναπνοή της…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου