Κατά τον μεσασμό του
7ου αιώνος, εκεί γύρω στο έτος 6.578 από Κτήσεως Κόσμου, η αυτοκρατορία
συγκλονίζονταν συθέμελα από τα τουρκομανικά στίφη των Ογούζων και των επικεφαλής
αυτών Σελτζούκων, οι οποίοι εκκινώντας από τις στέπες του Τουρκεστάν πέρασαν
στην παλαιά Περσία. Εκεί κλήθηκαν, αρχικά ως μισθοφόροι, όταν και υπέταξαν τη
χώρα. Από εκεί και πέρα, οι διαρκείς έριδες στην Βασιλεύουσα και η γενική
κρατική παράλυση της Ρωμανίας δεν διέλαθαν της προσοχής τους, τραβώντας την
προσοχή αυτών των αδίστακτων εισβολέων.
Η κλίκα των αθλίων
γραφειοκρατών, των ακριβοθώρητων πλην ευτελών αξιωματούχων της συμφοράς και των
ασυναρτήτων πατσιφιστών κυβερνούσε το κράτος. Ένα κράτος που το οδηγούσε στην
αποσάρθρωση, στη διάλυση! Αθρόα κατασπατάληση του χρήματος, συστηματική κλοπή
των κρατικών ταμείων, διορισμός ανίκανων ημετέρων σε θέσεις κλειδιά με μοναδικό
κριτήριο τις διασυνδέσεις, απαξίωση του στρατού. Κι ο αυτοκράτορας; Ένα φρικτό
ανδρείκελο, ίσα να δικαιολογεί μια παρουσία στο θρόνο.
Όμως, έχει ο καιρός
γυρίσματα κι η αθλιότης χρόνο λήξης. Ο Κωνσταντίνος απέθανε κι η Ευδοκία ούτε
που τον έκλαψε πραγματικά. Στην πραγματικότητα τον απεχθάνονταν, τέτοιος που
ήταν. Ένας μωροφαντασμένος που έπινε και αμπελοφιλοσοφούσε παρέα με έναν
συρφετό αργόσχολων. Κόρη του πρώην αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου και ανιψιά
του άλλοτε Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλαρίου υποχρεώθηκε να παντρευτεί αυτόν τον
άχρηστο κι ανίκανο να διοικήσει μα και να την ερωτευτεί πραγματικά. Η
κρινοστεφανωμένη ομορφιά, που όμοια της δεν συναντούσες σ’ ολάκερη την
αυτοκρατορία, στέναζε υπό τον ζυγό αυτού του ανεπρόκοπου, πλην όμως κολλητού
του Ψελλού και της βρώμικης παρέας του που διοικούσε τη Ρωμανία. Όχι, δεν θα
καθόταν να στεναχωρηθεί, μα ούτε είχε και σκοπό να τηρήσει τον όρκο που την
υποχρέωσε να πάρει, λίγες στιγμές πριν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Ο
εγωιστής! Λίγο πριν ξεψυχήσει ο άθλιος την έβαλε να ορκιστεί πως δεν θα
παντρευόταν άλλον άνδρα, δεν θ’ ανέβαζε άλλον στο θρόνο που τον υπολόγιζε για
τον υιό τους Μιχαήλ και πως θα του ήταν πιστή έως το θάνατό της.
Ο Ρωμανός στέκονταν,
αγέρωχος, μπροστά από τη φρουρά που ακολουθούσε τον Κωνσταντίνο στο τελευταίο
του κατευόδιο προς τον περίβολο της Εκκλησίας των Αποστόλων, το αυτοκρατορικό
κοιμητήριο. Εκεί τον πρωταντίκρυσε η Πορφυρόεσσα πριγκίπισσα της Μαγναύρας και
μετέπειτα Αυγούστα Ευδοκία. Τότε ήταν που σκίρτησε κάτι δυνατό μέσα της. Εκείνο
που έκανε την καρδιά της να πάλλει έντονα, με πρωτόγνωρα αισθήματα να διαπερνούν
το λυγερό φιλντισένιο κορμί της. Να ηλεκτρίζουν τη λευκή της σάρκα με μια
γλυκιά ανατριχίλα στον υπέρτατο βαθμό και να παιδεύουν το μυαλό της με σκέψεις
έντονης ερωτικής τόλμης. Θου Κύριε φυλακί τω στόματί μου, μα στη θωριά του
λαμπαδιάζει η ύπαρξή μου, ψυχή τε και σώματι, σιγοψιθύριζε η Ευδοκία.
Ψηλός, ευθυτενής,
γεροδεμένος με μιαν ελαφριά ουλή στ’ αριστερό του μάγουλο, παράσημο από τις
σκληρές μάχες με τους Πετσενέγκους. Είχε καστανόξανθα μαλλιά που έπεφταν μέχρι
τους δυνατούς του ώμους. Η στολή του ως Στρατηγού και Δομέστικου της Ανατολής
έλαμπε στον μεσημεριανό ήλιο. Η πορφυρή του κάπα ανέμιζε στον φθινοπωρινό άνεμο
που είχε σηκωθεί εκείνη την ώρα.
Διέθετε κλασσική
παιδεία καθώς είχε φοιτήσει στη φιλοσοφική σχολή που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος ο
Μονομάχος και της οποίας προΐστατο, ως Ύπατος των Φιλοσόφων (κάτι σαν
Κοσμήτορας), ο Μιχαήλ Ψελλός. Ο ίδιος ο Ψελλός τον γνώριζε και αναγνώριζε την
έφεσή του στα γράμματα. Παράλληλα όμως ήξερε πως ο Ρωμανός είχε και ιδιαίτερες
ανησυχίες σε σχέση με την τραγική κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί, στα
ανατολικά σύνορα με τις τουρκικές επιδρομές. Είχε, μάλιστα, πληροφορηθεί την
απέχθεια που εξέφραζε ο Ρωμανός για το σάπιο κατεστημένο των αυλοκολάκων, των
ανωτέρων αξιωματούχων, αλλά και των παρατρεχάμενων του παλατιού. Αυτό τον
ενοχλούσε καθότι κι ο ίδιος ο Ψελλός ήταν ενταγμένος σε αυτόν τον εκφυλισμένο
καθεστωτικό μηχανισμό που απομυζούσε το κράτος και τους φτωχούς αγρότες της
επαρχίας μετατρέποντάς τους σε δουλοπάροικους των Δυνατών. Στους τελευταίους
έδωσε το ελεύθερο να διοικούν, κατ’ ουσίαν, τα διαλυμένα Θέματα συλλέγοντας τη
φορολογία από τους πληθυσμούς με τη ληστρική μέθοδο της λεγόμενης και
προπληρωμής των φόρων.
Επρόκειτο για μιαν
εξουσία μοιρασμένη. Από τη μία αυτοί οι ελεεινοί κηφήνες της Βασιλεύουσας που είχαν
πάρει τον έλεγχο της αυτοκρατορίας και από την άλλη οι αδηφάγοι
μεγαλογαιοκτήμονες που καταπίεζαν τον ντόπιο πληθυσμό οδηγώντας τους στην
εξαθλίωση, τη δουλοπαροικοποίηση, τη φυγή και τη μετανάστευση στις μεγάλες
πόλεις, κυρίως στην Πρωτεύουσα.
Όταν τελείωσε η εξόδιος
ακολουθία μία καλοντυμένη γυναίκα πλησίασε τον Ρωμανό. Τα ομορφοκέντητα ρούχα της
φανέρωναν κάποια από την υπηρεσία του παλατιού.
-Έλα μαζί μου
Στρατηγέ, η Αυγούστα σε περιμένει, είπε η Θεοδώρα, η πλέον έμπιστη ιδιαιτέρα
της Ευδοκίας.
-Εμένα; Απόρησε ο
Ρωμανός.
-Ναι, εσένα! Μόνο μην
καθυστερείς γιατί θα πάρουμε ένα δρομάκι πίσω από τον Ιππόδρομο ώστε να μη μας
δει κανείς, αποκρίθηκε η Θεοδώρα.
Μετά από μισή ώρα
έφθασαν έξω από την ανατολική πτέρυγα του Παλατιού. Η Θεοδώρα σφύριξε
συνθηματικά. Ευθύς αμέσως άνοιξε μία μικρή πόρτα. Ήταν η Ζωή, η Ζωστή Πατρικία
της Ευδοκίας.
-Τον έφερα, είπε η
Θεοδώρα.
-Πολύ καλά, απάντησε
η Ζωή και απευθυνόμενη στο Ρωμανό του είπε: Ακολούθησε με!
Σε λίγα λεπτά ο
Καππαδόκης Στρατηγός βρίσκονταν στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της Ευδοκίας.
-Καλησπέρα Ρωμανέ,
ακούστηκε μια φωνή από το σκοτεινό βάθος του δωματίου.
-Καλησπέρα καλή μου
Αυγούστα, αποκρίθηκε ο Ρωμανός.
-Όπως καταλαβαίνεις
σε έφερα εδώ, με όλες τις προφυλάξεις, γιατί πρέπει να σου ζητήσω κάτι πολύ
σημαντικό, είπε η Ευδοκία με ελαφρά τρεμάμενη φωνή από την έντονη
συναισθηματική έξαψη που την είχε συνεπάρει σύγκορμη, με τα καλλίγραμμα πόδια
της να λυγίζουν υπό το βάρος τής φλεγόμενης της πόθησης.
-Τι θέλεις από εμένα
Αυγούστα μου; Η επιθυμία σου διαταγή!
-Θα με ακολουθήσεις
στον μικρό κήπο στα βορεινά. Εκεί έχω τον “Αδάμαστο”, το ξίφος που σφυρηλάτησε
στο κορυφαίο εργαστήριο της Ρώμης ο Μέγας Κωνσταντίνος. Είναι φτιαγμένο από
ιβηριανό ατσάλι, το καλλίτερο στον κόσμο! Η λαβή του είναι από το χρυσό του
Ευφράτη και διακοσμείται με εβένινους σταυρούς και δύο ρουμπίνια. Η επιγραφή
και στις 2 όψεις της λεπίδας γράφει:
Ετούτο
το ξίφος μαρτυρά
αδάμαστη
τη θέληση αυτού,
ίνα
τροπώσει τον εχθρό,
κτενεί
τους συνωμότες
κι
ελευθερώσει το λαό
από
τους αιμοπότες.
Είναι δικό σου
Ρωμανέ, όπως και η Αυγούστα. Από τότε που σε είδα, αγαπημένε μου, ο πόθος μού
έχει γίνει μόνιμος συγκάτοικος, αδάμαστος όπως το σπαθί. Είσαι εσύ εκείνος που
θα τον δαμάσει και θα λυτρώσει, τόσο εμένα όσο και την αυτοκρατορία από τα
δεινά που επεσυσσώρευσαν οι δειλοί κι ανάξιοι που την κυβερνούν. Στα στιβαρά
σου χέρια το κράτος θα βρει και πάλι την παλιά του αλκή κι η Βασιλίς των Πόλεων
θα λάμψει ξανά. Γιατί τώρα μόνο βρώμα και δυσωδία αναδύονται από τη
διακυβέρνηση αυτών των αηδιαστικών σκουληκιών. Σβήσε με τον Αδάμαστο τη βρωμερή
τους ύπαρξη για ν’ανασάνουμε ξανά. Σώσε την κληρονομιά του Μέγα Κωνσταντίνου
και διώξε τους νέους εισβολείς. Γιατί μόνον εσύ μπορείς!
-Ευδοκία, δεν θα στο
κρύψω. Αφ’ ης εσμίξανε τα βλέμματά μας στο Δάσος της Νειροσύνης, μόνο εσένα
σκέφτομαι. Θα κόψω στα δύο όποιον τολμήσει να σε πειράξει. Για τη Ρωμανία κι
εσένα αξίζει κάποιος να πεθάνει, άλικο ρόδο της Ανατολής, κρινολούλουδο του
Βοσπόρου, αμάραντε ηλιανθέ της ημέρας κι ακοίμητο γλυκονυκτολούλουδο της
καρδιάς μου!
Με τα τελευταία του
λόγια ο Ρωμανός έφερε στο νου του την
πρώτη φορά που απάντησε την Ευδοκία, όταν ξεπρόβαλλε η αιθέρια μορφή της μέσα
από το Δάσος. Δεν θα τη ξεχάσει ποτέ όσο ζει! Θυμήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβρη
όταν, ως Δομέστικος της Ανατολής, ιππεύοντας την Αστραπή, κίνησε για το πυκνό
δάσος της Κασταμονής στην Παφλαγονία για να συναντήσει τον γέροντα πατέρα του που
κατοικούσε εκεί, ασκητικά, μακριά από τα εγκόσμια. Τ’ ονόμαζαν το “Δάσος της
Νειροσύνης”. Έλεγαν πως όποιος καθίσει πολύ ώρα εκεί λαχταρά να μείνει για
πάντα, παγιδευμένος από το τραγούδι των Ιδαίων Μουσών και την γοητεία των
Ναιάδων. Φαίνεται πως ο πατέρας του ήταν η ζωντανή απόδειξη του μύθου. Αίφνης,
ενώ βρίσκονταν σ’ ένα μικρό ξέφωτο, εκείνη ξεπρόβαλλε μπροστά του. Οι
πολύχρωμες ηλιαχτίδες του Δειλινού στεφάνωναν την πορφυρή της κόμη. Η φλεγόμενη
της χαίτη ανέμιζε στο ελαφρό αεράκι, λες και την άναψε η θεϊκή η χάρη. Με δέρμα
εβένινο και λείο, μάτια βαθυπράσινα, κορμί λαμπαδένιο και μεθυστικό χαμόγελο,
έμπλεο υποσχέσεων, ετούτη η Νύμφη, κόρη της Αφροδίτης, θάμπωσε τους οφθαλμούς
του. Η θέα της και μόνο κατέλαβε το μυαλό του. Την κυττούσε αμίλητος, με ένα
βλέμμα απλανές μα και ταυτόχρονα βαθιά στοχαστικό, χαμένο στη μέθεξη της
ονειροτοπίας, ανίκανος να αρθρώσει συλλαβή. Μα το Θεό, άξιζε ν’αγαπηθεί όσο
τίποτε άλλο στον κόσμο!