Η όμορφη πριγκίπησσα της
Μαγναύρας είναι θλιμμένη. Το κρινολούλουδο της αυτοκρατορίας, η δροσοστάλακτη
αυγή, το ρόδον το αμάραντον, η πορφυρόεσσα οπτασία, το νάμα της νιότης, έκλαψε.
Τα όμματα της, ως άλλοι κρουνοί, άνοιξαν και τα ζεστά δάκρυά της πότισαν τις
καλοσχηματισμένες της παρειές. Ο δακρυόεντας ποταμός διαπέρασε τα μελένια της
χείλη και έφθασε έως τα καμπυλωτά της στήθη, ακατάβλητος.
Τα μαντάτα δεν ήταν
τα αναμενόμενα. Ο καλός της έπεσε στη μάχη έναντι των στιφών της ανατολής που
επιβουλεύονται την θεοσκέπαστη αυτοκρατορία. Η γλυκειά πριγκίπησσα δεν τον
έζησε όσο θα ήθελε. Δεν πρόλαβε, καν, να του πει την μία και απλή λέξη που
ψελλίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις.
Έκτοτε, αγναντεύει
την μακρινή ανατολή ελπίζοντας, πάντοτε, πως όλα αυτά είναι ένας σκοτεινός
εφιάλτης που την κρατά φυλακισμένη και από τον οποίο, κάποια στιγμή, θα
δραπετεύσει βαδίζοντας την ατραπό της ευτυχίας πλάϊ στον καλό της.
Είθε να είναι έτσι. Γιατί
το τέλος ποτέ δεν γράφεται, απλώς επιβεβαιώνεται, ενίοτε και από την ανάποδη. Άλλωστε,
όσο ζούμε οι εκπλήξεις δεν σταματούν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου