Η ορμή της απογευματινής
βροχής άρχισε να καταλαγιάζει, ώσπου, κάποια στιγμή, σταμάτησε. Ήταν καιρός να
βγω έξω, να περπατήσω. Έτσι κίνησα προς τ’ ανηφόρι που έβγαζε στο μικρό ύψωμα.
Ο δρόμος ήταν κατάφορτος, δεξιά-αριστερά, με την ανοιξιάτικη βλάστηση η οποία
άρχισε να θεριεύει, ρουφώντας αχόρταγα το νερό της βροχής. Οι μεγάλες λεύκες δέσποζαν
με το μέγεθός τους καλύπτοντας το μονοπάτι. Όταν έφθασα στην κορυφή το ουράνιο
τόξο είχε πάρει τη θέση του συμβολίζοντας την αιώνια θεϊκή υπόσχεση για το
τέλος των κατακλυσμών. Λαμπρό το θέαμα, το οποίο με κράτησε ενεό, έως ότου
άρχισε να σουρουπώνει.
Κατά το δείλι πήρα
τον δρόμο της επιστροφής εμφορούμενος από μία πρωτόγνωρη αγαλλίαση, όταν την
πρωταντίκρισα…
Στέκονταν στη μέση
του δρόμου κυττώντας τον ουράνιο θόλο. Με τα χέρια της στη μέση και την έντονη
πορφυρή της κώμη ν’ ανεμίζει ανέμελα στον βραδυνό ζέφυρο, φορώντας εκείνο το
αέρινο γαλάζιο φόρεμα ήταν χάρμα οφθαλμού. Μία ζωντανή οπτασία βγαλμένη από τη
βίβλο της ομορφιάς. Ο ορισμός της θηλυκότητος ήταν εδώ, ενσαρκωμένος, ελάχιστα
μόλις μέτρα μπροστά μου. Σαν γύρισε, για μια στιγμή, είδα το βλέμμα της
πορφυρόεσσας κυράς. Εκείνη η ματιά της του αναστοχασμού, με μία γλυκόπικρη
μελαγχολία να διαγράφεται στο περικαλλές της πρόσωπο, ήταν παραπονεμένη μα
συνάμα και δοτική. Ματιά που διψούσε για
κατανόηση, για αγάπη. Δεν άντεξα, βλέποντάς την έτσι, και την ρώτησα:
Τι ναν’ αυτό που
άραγε θωρείς;
Που τρέχει ο λογισμός
σου;
Μην ειν’ το άχθος της
νυχτός;
Ή ο αχός της λύπης;
Κι εκείνη μου
απεκρίθη:
Μέστωσε η επιθυμία
στα στήθη μου,
και τελειωμό δεν
έχει.
Μα έχει ο καιρός
γυρίσματα
και τ’ αναφιλητά του
στοχασμού,
της ηδυτάτης
νοσταλγιάς,
γυρίζουν στην
προσμονή
της νέας ελπίδας.
Του ενδόμυχου πόθου,
για το νέο που θα με
λυτρώσει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου