Εψές, περιπλανόμενος
καταμεσίς του θαλλερού ροδώνα του μουσείου, ένα μικρό τριαντάφυλλο μου έγνεψε
να σιμώσω.
-Πλησίασε παλληκάρι
μου και μη ρωτάς τι και πως!
Σάστισα για λίγο, μα
εκείνο φρόντισε να με καθησυχάσει.
-Ξέρεις… το αδερφάκι
μου δεν βρίσκεται μαζί μου. Θα σε παρακαλούσα λοιπόν να μου κάμεις μία χάρη.
-Τι χάρη θέλεις;
Αποκρίθηκα.
-Θέλω να με κόψεις
και να με προσφέρεις σ’εκείνη. Μα θα πρέπει να το κάμεις με όλη σου την καρδιά.
Διαφορετικά άφησέ το…
-Δεν σε καταλαβαίνω…
Του απήντησα, όντας έκπληκτος.
-Καταλαβαίνεις
Δημήτρη και μάλιστα πολύ καλά…
Και τότε το έκοψα για
να το προσφέρω στην πριγκίπισσα των κρίνων, γνωρίζοντας ότι κοντά της θα νοιώσει όση ζεστασιά δεν ένοιωσε
ποτέ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου