I. Εισαγωγή
Η παρούσα μελέτη έχει ως
αντικείμενό της το κίνημα του Ρομαντισμού στην Γερμανία και την επιρροή του
στις τέχνες, την αρχιτεκτονική και την μουσική. Σε πρώτη φάση θα ορίσουμε την
έννοια του ρομαντισμού. Έπειτα, θα προσδιορίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
του γερμανικού ρομαντισμού. Προς τούτο, θα εξετάσουμε τις σχέσεις των γερμανών
ζωγράφων του ρομαντισμού με την λογοτεχνία και την φιλοσοφία μέσα από δύο έργα
του Caspar David Friedrich,
στα οποία θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε τους συμβολισμούς του. Στην συνέχεια,
θα εξετάσουμε την νοσταλγία προς το παρελθόν, η οποία εκφράζεται μέσω της
αρχιτεκτονικής, με την παρουσίαση δύο αρχιτεκτονημάτων του Karl Friedrich Schinkel. Τέλος, θα
ασχοληθούμε με την ζωή και τα σημαντικότερα έργα του Franz Schubert. Η εποχή στην οποία
αναφερόμαστε είναι το πρώτο μισό του 19ου (1800-1850).
ΙΙ. Περί Ρομαντισμού
Το
γύρισμα του 18ου αιώνα βρήκε την γηραιά ήπειρο σε μια κατάσταση γενικευμένης
κρίσης. Οι γρήγοροι ρυθμοί αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης των ευρωπαϊκών
χωρών, μετά τη διάσπαση της φεουδαρχικής κοινωνίας, είχαν ως αποτέλεσμα μια
σειρά ραγδαίων εξελίξεων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Οι
έντονες οικονομικές ανακατατάξεις οδήγησαν σε σημαντική πτώση του βιοτικού
επιπέδου ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Το γεγονός αυτό είχε ως επακόλουθο
την έκρηξη και εξάπλωση διαφόρων επαναστατικών κινημάτων με κοινωνικά αιτήματα,
με αποκορύφωμα τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, γεγονός που θα οδηγήσει στη
διάδοση των ιδεών της ελευθερίας και της ισότητας.
Η εμφάνιση του Ρομαντισμού
ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αιώνα, κυρίως από τη Γερμανία. Περισσότερο από
κίνημα τέχνης, ήταν φιλοσοφία. Αν και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ιδεών, η γενική
του ιδέα συνίσταται στο ότι η φύση διακατέχεται από το θεϊκό πνεύμα, και πως η ανθρώπινη
φαντασία του καλλιτέχνη μπορεί να διεισδύσει σ' αυτό το πέπλο της
πραγματικότητας. Το πραγματικά δημιουργικό μυαλό, του οποίου χαρακτηριστικό
είναι η μοναξιά, επιθυμεί την ένωση ανθρώπου και φύσης.
Απομακρυσμένοι από τον
Κλασικισμό, οι ρομαντικοί καλλιτέχνες επιστρέφουν στην θεματολογία του
Μεσαίωνα, της Αναγέννησης, και του Χριστιανισμού. Βασισμένοι σ' αυτές τις ιδέες
πίστευαν πως το ουτοπικό όραμα μιας διαφωτισμένης Ευρώπης μπορεί να γίνει
πραγματικότητα, πολιτικά και διανοητικά. Αυτή η αοριστία και υποκειμενικότητα
των συγκεκριμένων ιδεών εξηγεί και την ποικιλία των ρομαντικών θεμάτων, από
ειδυλλιακά (σχεδόν ονειρικά) τοπία, μέχρι πομπώδεις θεατρικές σκηνές.
III. Γερμανικός Ρομαντισμός
Στην Γερμανία του 18ου αιώνα, ο
Διαφωτισμός πέρασε και δεν ακούμπησε. Αυτό όμως που ρίζωσε και θέριεψε ήταν το ρομαντικό κίνημα, που ενώ κι αυτό
εκπροσωπούσε την χειραφέτηση
της αστικής τάξης, όπως και ο Διαφωτισμός, εν τούτοις πήρε τη μορφή μιας πληβειακής συγκινησιοκρατίας, και
επομένως το αντίθετο της αγέρωχης και δύστροπης νοησιαρχίας των ανωτέρων τάξεων. Ενώ η μεσαία τάξη στη Γαλλία και στην
Αγγλία εξακολουθούσε να έχει πλήρη συναίσθηση της θέσης της στην κοινωνία και
ποτέ δεν εγκατέλειψε τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού, η γερμανική μεσαία τάξη πέρασε κάτω
από τον έλεγχο του ρομαντικού ανορθολογισμού πριν περάσει καν από το σχολείο
του ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός περιορίστηκε στα πανεπιστήμια και ανάμεσα στους
λόγιους και τους ακαδημαϊκούς. Δεν διείσδυσε ποτέ σθεναρά στην δημόσια ζωή,
στην κοινωνική και πολιτική σκέψη των πλατειών μαζών ή στην ίδια τη μεσαία
τάξη. Τουναντίον διαστρεβλώθηκε και γελοιοποιήθηκε.
Οι συνέπειες
της αδυναμίας αυτής
της αστικής τάξης να δρομολογήσει και να πρωτοστατήσει στις εξελίξεις σαν φορέας ενός νέου και δυναμικού
πνεύματος, ήταν η επικράτηση ενός άκρατου
ιδεαλισμού, αδιαφορίας για τις κοινωνικές συνθήκες, την
πολιτική και πολιτιστική ζωή. Η σκέψη
έγινε ενατενιστική, θεωρητική, μη πραγματική και ανορθολογική.
Την έλλειψη πρακτικού νου την έκαναν αρετή και την αποκάλεσαν ιδεαλισμό, εσωτερικότητα,
ενόραση, θρίαμβο πάνω στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, ενώ την
έλλειψη εξωτερικής ελευθερίας την μετουσίωσαν στο ιδανικό της εσωτερικής
ελευθερίας.
Γύρω στα 1770 εμφανίζεται στην γερμανική λογοτεχνία
το «Strum und Drag», η λεγόμενη «Θύελλα και Ορμή»[1] στα ελληνικά, ως αποτέλεσμα της συνάντησης του
Χέρντερ με τον Γκαίτε. Η βασική επιδίωξη του στοχεύει τόσο στην αποτίναξη του
γαλλικού κλασικισμού, όσο και την πολιτική ελευθερία. Σε αυτά τα πλαίσια η
γερμανική γλώσσα επαναξιολογείται και αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για την
δημοτική ποίηση. Η ιδέα της μεγαλοφυΐας ως δημιουργικού πνεύματος, προερχομένου
από τον Θεό, επιτρέπει την υπέρβαση όλων των κοινωνικών περιορισμών. Το έργο
«Πάθη του Βέρθερου»[2] του Γκαίτε αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά του
ρομαντικού κινήματος και εγκαινιάζει το σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο
ξεσκεπάζει ενδόμυχα συναισθήματα και θέτει τις βάσεις του ρομαντισμού.
Κατά συνέπεια, ο Γερμανικός ρομαντισμός αναπτύχθηκε σαν καθαρή
αντίδραση προς τον Διαφωτισμό και το πρωτείο του ορθού Λόγου που διακήρυσσε.
Αντί αυτού οι Ρομαντικοί έβαζαν πιο πάνω από τη λογική τα συναισθήματα, τη
φαντασία, τη διαίσθηση, τα πάθη, τα ορμέμφυτα, τον σκοτεινό εσωτερικό κόσμο,
καθώς και την παράδοση ενάντια στην πρόοδο.
IV. CASPAR DAVID FRIEDRICH (1774 –
1840)
Επηρεασμένος από το πνεύμα της
«Θύελλας και Ορμής» που καθόρισε το γερμανικό ρομαντικό κίνημα ο Κασπάρ Νταβίντ
Φρίντριχ εξελίχθηκε στον πιο σημαντικό γερμανό ζωγράφο κατά το πρώτο μισό του
19ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Greifswald της βόρειας Γερμανίας το 1774. Σπούδασε στην Ακαδημία
της Κοπεγχάγης έως το 1798. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη. Ταξιδεύει
συχνά σε άλλα μέρη της Γερμανίας. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους
εκφραστές στην ευρωπαϊκή τέχνη του συμβολικού τοπίου. Το πρωταρχικό του μέλημα
ήταν ο στοχασμός της φύσης και η συχνά συμβολική, αντι-κλασική δουλειά του επιδιώκει να μεταδώσει τις
πνευματικές εμπειρίες της ζωής.
Ο πρώτος
από τους δύο πίνακες του που θα εξετάσουμε τιτλοφορείται: «Γυναίκα τα
ξημερώματα». Όπως και στα άλλα έργα του Φρίντριχ παρατηρούμε την αντίθεση
ανάμεσα στην άπειρη διάσταση του παρασκηνίου της ανατολής του ηλίου και της
σταθερής πεντακάθαρης θέσης του παρατηρητή, που στο συγκεκριμένο έργο είναι
γυναίκα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμβολίζει τις δύο πλευρές της ανθρώπινης
ύπαρξης, καθώς και τις τρομακτικές διαφορές ανάμεσά τους. Ψυχή και σώμα, φθαρτό
και άφθαρτο, θεϊκό και γήινο μαζί. Κυριαρχεί η αίσθηση πως η γυναικεία φιγούρα
είναι σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, λες και είναι έτοιμη να αφήσει πίσω της το
οριοθετημένο πραγματικό και να αναχωρήσει για το άπειρο αιώνιο. Η καινούργια
ημέρα μοιάζει να επιφυλάσσει το απρόσμενο, το μυστηριώδες. Οι ακτίνες του ανατέλλοντος
ηλίου καθρεφτίζονται σε πέντε άξονες, οι οποίοι συγκλίνουν σε μια ευθεία
μπροστά από την γυναικεία μορφή. Η φύση απεικονίζεται να συμμετέχει στη μέθεξη της
ανατολής με μία απόλυτη αρμονία. Επιπρόσθετα, τα χρώματα που χρησιμοποιεί ο
Φρίντριχ για να απεικονίσει τόσο το έδαφος όσο και τα δέντρα είναι τα ίδια με
το φόρεμα της γυναίκας, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να προσδώσει την ταύτιση
φύσης και ανθρώπου, όντας ο δεύτερος αναπόσπαστο μέρος αυτής. Αξιοσημείωτη
είναι επίσης η επιλογή του καλλιτέχνη να παρουσιάσει την γυναίκα με την πλάτη
της γυρισμένη στον θεατή, αποκρύπτοντας έτσι τα συναισθήματα του προσώπου της,
επιζητώντας με αυτόν τον τρόπο να λειτουργήσει η φαντασία του ίδιου του θεατή.
Ο δεύτερος πίνακας του Γερμανού καλλιτέχνη που θα
εξετάσουμε ονομάζεται «Ζευγάρι που παρακολουθεί την Σελήνη». Και σε αυτή την
περίπτωση αδυνατούμε να παρατηρήσουμε τα πρόσωπα τόσο του άνδρα όσο και της
γυναίκας, καθόσον αμφότεροι είναι ζωγραφισμένοι με τις πλάτες τους γυρισμένες.
Το ζευγάρι βρίσκεται στο αριστερό μέρος του πίνακα θαυμάζοντας την πανσέληνο, η
οποία βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του. Η φύση σε αυτό το έργο παρουσιάζεται
πολύ ζωντανή και ιδιαίτερα πειστική. Τα χρώματα είναι φυσικά, ενώ ο φωτισμός
από το ολόγιομο φεγγάρι είναι ιδιαίτερα έντονος. Το δέντρο (πιθανότατα
βελανιδιά) κατέχει κεντρική θέση δημιουργώντας έναν δυναμικό διαγώνιο άξονα που
διασχίζει από την πάνω δεξιά άκρη του πίνακα έως λίγο πιο κάτω από το κέντρο, ο
οποίος όμως συνεχίζεται νοητά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κλίση του εδάφους. Με
μια προσεκτικότερη ματιά βλέπουμε ότι είναι σχεδόν ξεριζωμένο, με ένα μέρος των
ριζών του να εξέχουν αρκετά εκατοστά από το έδαφος, σημάδι πως κάποιος κεραυνός
το έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Ασφαλώς και δεν τοποθετείται τυχαία αυτή η
εικόνα. Πρόκειται για μια μελοδραματική σιλουέτα, με την οποία αποτυπώνεται η
πλήρωση μεγάλου μέρους της επιφάνειας του έργου. Το πιθανότερο είναι ότι ο
καλλιτέχνης με τον συμβολισμό του ξεριζωμού θέλει να μας μιλήσει για τον
υπαρξιακό κίνδυνο που ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή. Έτσι, εμφανίζεται για άλλη μία
φορά η γνωστή αντίθεση του Φρίντριχ -χαρακτηριστικό γνώρισμα των έργων του-, η
οποία συμπληρώνεται με την παρουσίαση του οβελίσκου στο κάτω δεξιό μέρος του
πίνακα. Ο οβελίσκος, από την φύση του ανθεκτικός, συμβολίζει την άρνηση του
θανάτου και τον θρίαμβο της θέλησης για ζωή. Εδώ αποτυπώνεται πλήρως η
κληρονομιά των Βορείων Χωρών με τους ήρωες τους που ζουν πολλά χρόνια, όσα και
ο χοντρός κορμός της απεικονιζομένης βελανιδιάς.
Γενικά ο Φρίντριχ ήταν ένας μελαγχολικός
άνθρωπος, με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στον χαρακτήρα του. Σε πολλούς
πίνακές του υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν στον θάνατο. Ένα άλλο
χαρακτηριστικό των πινάκων του Φρίντριχ είναι ότι σε όσους απεικονίζονται
άνθρωποι, έχουν σχεδόν πάντα γυρισμένα τα νώτα τους σε αυτόν που βλέπει τον
πίνακα. Και αυτό είναι άλλη μία απόδειξη ότι η μελαγχολία του ζωγράφου πέρασε
και στα έργα του. Όσο για το θρησκευτικό στοιχείο του χαρακτήρα του αυτό βρήκε
έκφραση σε πολλούς πίνακές του που απεικονίζουν ναούς, αν και τις περισσότερες
φορές οι ναοί απεικονίζονταν μισογκρεμισμένοι.
V. KARL FRIEDRICH SCHINKEL (1781 – 1841)
Την
ίδια περίοδο στην αρχιτεκτονική έχουμε την εμφάνιση του Νεοκλασικισμού[1], ο
οποίος, ως έκφανση του Ρομαντισμού, έχει ως πρότυπο την αρχαιότητα. Στην ουσία
πρόκειται για τεχνοτροπία που μιμείται την Αρχαία Τέχνη. Έχουμε δύο είδη
νεοκλασικισμού: Τον Γαλλικό, ο οποίος έχει ως σημείο αναφοράς την Αρχαία Ρώμη,
και, τον γερμανικό που έχει ως πρότυπο την Αρχαία Ελλάδα.
Ο
Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ, σύγχρονος του Μπετόβεν και του Γκαίτε, γνώριζε και
συνδέθηκε με πολλούς από τους μεγάλους του γερμανικού πνεύματος εκείνης της
εποχής. Ήταν ένας εξαίρετος αρχιτέκτονας τόσο για τη νεοκλασική περίοδο όσο και
για την επόμενη περίοδο του εκλεκτικισμού. Χρησιμοποιούσε μια έντονα μαθηματική
αρχιτεκτονική προσέγγιση. Η καριέρα του συνέπεσε με μια μεταβατική περίοδο στον
τομέα της αρχιτεκτονικής, μια περίοδο κατά την οποία πρωτόγνωρες απαιτήσεις και
προκλήσεις τίθονταν, η μία μετά την άλλη, μπροστά του.
Με
το Εθνικό Θέατρο του Βερολίνου (1819 – 1821) και το Παλαιό Μουσείο του
Βερολίνου (1824 – 1828), η σχέση με τα γύρω κτίρια δεν ήταν μόνο μια θέση
κλίμακας, αλλά και άκρως συμβολική. Το Θέατρο ήταν ένας ναός των μουσών, όπου
το κλασικό γερμανικό δράμα έδινε παράσταση με την πεποίθηση της πνευματικής
ανύψωσης. Χτίστηκε για να αντικαταστήσει ένα παλαιότερο που καταστράφηκε από
την πυρκαγιά του 1817. Για λόγους οικονομίας ο βασιλιάς ζήτησε από τον
αρχιτέκτονα να κάνει χρήση των σωζομένων θεμελίων. Ο Σίνκελ πέτυχε να
περιστρέψει τον άξονα του κτιρίου κατά 90ο, έτσι ώστε η κύρια
είσοδος να μεταφερθεί στα ανατολικά και
να αποτελέσει ένα είδος φατνώματος μεταξύ των δύο εκκλησιών του 18ου ,
οι οποίες τον πλαισιώνουν. Η είσοδος του Θεάτρου αποτελείται από ένα προστώο,
δηλαδή μια σκεπαστή πρόσοψη υπό τύπου αρχαίου ναού, με έξι κίονες ιωνικού
ρυθμού. Στην είσοδο επίσης παρατηρούμε ένα διπλό αέτωμα. Ένα ακριβώς πάνω από
το προστώο και ένα ψηλότερα στο κεντρικό κτίριο. Στο συγκεκριμένο έργο η χρήση
του κλασικού ιδιώματος είναι περισσότερο ελεύθερη και ευφάνταστη παρά
αρχαιολογική. Όσο για τον τοίχο, αυτός έχει αντικατασταθεί από ένα δικτυωτό
προπέτασμα με μικρούς καλοδουλεμένους παραστάτες στις γωνίες. Ωστόσο, οι
περίπλοκες μάζες της κεντρικής αίθουσας αφαιρούν ένα μέρος από την ενότητα που
είναι τόσο βασική στο έργο του Σίνκελ, το οποίο όμως δεν παύει να πρόκειται για
ένα επίτευγμα συνειδητής επιστροφής στο κλασικό παρελθόν.
Το Μουσείο του Βερολίνου ήταν ένα
από τα πρώτα κτίρια που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την προβολή των έργων
τέχνης και όχι ως πολυτελής διακόσμηση σε αριστοκρατικό παλάτι. Η κεντρική ιδέα
ήταν να αποτελέσει την βάση για την εκπολιτιστική επίδραση του λαού μέσω της
τέχνης. Η αρχική πρόθεση ήταν να στεγάσει αρκετές υπηρεσίες σε ένα Μουσείο. Η
βαριά γλυπτική προοριζόταν για τον πρώτο όροφο, ενώ ο δεύτερος επρόκειτο να
φιλοξενήσει πίνακες. Σύντομα, όμως, η ραγδαία επέκταση των συλλογών θα
ξεπερνούσε το κτίριο.
Το κύριο μέτωπο του
Μουσείου αποτελείται από μια κιονοστοιχία δεκαοκτώ κιόνων Ιωνικού Ρυθμού, που
τοποθετούνται εν παραστάσει. Θα λέγαμε ότι η είσοδος του Μουσείου μοιάζει πολύ
με την στοά Αττάλου στην Αθήνα. Η σοφίτα που προστατεύει την τοιχοποιία του
θόλου είναι κυβική, δίνοντας στο Μουσείο μια απλή δεσποτική φιγούρα,
αποφεύγοντας τον ανταγωνισμό με τον τρούλο του Καθεδρικού Ναού. Η μνημειώδης
κιονοστοιχισμένη είσοδος, ανοικτή στο εξωτερικό, περιέχει την κύρια σκάλα πίσω
από ένα προπέτασμα δίπτερων στηλών. Όπως η Ποικίλη Στοά στην Αθήνα έχει
σημαντική επιρροή για το σύστημα, δεν αποτελεί έκπληξη που οι ζωγραφιές στους
παραθυρικούς εσωτερικούς τοίχους παίζουν προεξέχοντα ρόλο στην απεικόνιση μιας
εξιδανικευμένης ιστορίας του πολιτισμού. Αυτή η στοά με κολώνες που
περιλαμβάνει την ανοιχτή σκάλα έχει διαφορετικές λειτουργίες και νοήματα.
Αποκαλύπτει τις δύο κύριες ιστορίες του κτιρίου, πίσω από ένα ενοποιημένο
σχέδιο, το οποίο δίνει πρόσβαση από το εξωτερικό προς τις ξεχωριστές συλλογές
του πάνω ορόφου και προστατεύει τις τοιχογραφίες που κοσμούν το μέτωπο. Θα
λέγαμε ότι με αυτό το έργο ο Σίνκελ κατάφερε να εκφράσει την
αρχιτεκτονική του γνησιότητα, εφαρμόζοντας παράλληλα μια ιδιοφυή τεχνική
κατασκευής.
Ο Σίνκελ έζησε σε μία εποχή, κατά
την οποία οι Μπαρόκ συμβάσεις δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, καθώς η
ποικιλία των νέων καθηκόντων που απορρέουν από την κοινωνική και βιομηχανική
επανάσταση απαιτούν νέες λύσεις. Η πεποίθηση ότι η νέα εποχή ήταν ουσιαστικά
διαφορετική από το παρελθόν, οδήγησε στην συναισθηματική ανάγκη να βρεθούν οι
ρίζες του και τα μεγάλα επιτεύγματα του παρελθόντος. Στο πλαίσιο αυτό αναδύθηκε
στην αρχιτεκτονική η μεγαλοφυΐα του Σίνκελ, ο οποίος μπόρεσε να παράσχει τις
κατάλληλες λειτουργικές λύσεις στο παραπάνω πρόβλημα, μέσα από μία απαράμιλλη
εκφραστικότητα και φυσικότητα.
VI. FRANZ SCHUBERT (1797 –
1828)
Ο
ρομαντισμός από την φύση του ήταν ένα επαναστατικό κίνημα που στρέφονταν
εναντίον των κλασικών μουσικών που είχαν προηγηθεί. Η στροφή προς την λαϊκή
παράδοση και το τοπικό στοιχείο γίνεται πλέον ανάγκη, ώστε κάθε κράτος να βρει
την δική του εθνική ταυτότητα. Το ρομαντικό κίνημα πρόσφερε στον καλλιτέχνη μια
αίσθηση ελευθερίας στην αυτοέκφραση, όπως και την αλλαγή στην διάθεση με την
έκφραση συναισθημάτων και όχι στις βασικές αρχές της σύνθεσης. Η εγωκεντρική
έκφραση, ο υποκειμενισμός και το συναίσθημα κυριαρχούν. Ο συνθέτης της
ρομαντικής εποχής προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Η αγάπη, ο ηρωισμός και ο θάνατος
ήταν θέματα αγαπητά στους ρομαντικούς μουσικούς.
Ο Φραντς Σούμπερτ υπήρξε ένας
από τους μεγαλύτερους μουσουργούς όλων των εποχών και ίσως ο καλύτερος
εκφραστής του ρομαντισμού στην μουσική. Η ποιότητα των έργων του σε όλους τους
τομείς, όπως συμφωνίες, μουσική για πιάνο, μουσική δωματίου και πάνω απ’όλα
στην μορφή του λιντ[1]
(έντεχνο είδος με συνοδεία πιάνου) αγγίζει την τελειότητα και είναι ακόμα πιό
αξιοθαύμαστη αν αναλογισθεί κανείς ότι πέθανε σε ηλικία 31 μόλις ετών. Η
βιογραφία του Σούμπερτ είναι πολύ λιγότερο γνωστή από ότι άλλων μουσουργών,
όπως του Μπετόβεν ή του Βάγκνερ γιά παράδειγμα. Δεν περιέχει θυελλώδεις
συγκρούσεις, αλλά η δραματικότητα που κρύβει, η ψυχική ευγένεια και η
καλοκάγαθη ευθυμία του νεαρού Βιεννέζου αξίζουν, όπως και η μουσική του, την
μεγαλύτερη δυνατή αναγνώριση. Είναι χαρακτηριστικό ότι έζησε στην Βιέννη την
ίδια εποχή με τον Μπετόβεν και η συνύπαρξη αυτή στέρησε από τον Σούμπερτ την
ευκαιρία μιας μεγαλύτερης αναγνώρισης και φήμης. Ο Σούμπερτ όμως ποτέ δεν
αισθάνθηκε πίκρα και δεν έπαυε να εκφράζει τον θαυμασμό, την αγάπη του και τον
σεβασμό προς τον Μπετόβεν, ακόμα και πέρα από τον θάνατο.
Ο Φραντς Πέτερ Σούμπερτ
γεννήθηκε στο Λίχτενταλ, ένα προάστιο της Βιέννης το 1797, δωδέκατο κατά σειρά
από 14 παιδιά ενός δάσκαλου. Σε ηλικία 11 ετών ανήκε στην παιδική χορωδία του
αυτοκρατορικού παρεκκλησίου που σήμαινε ταυτόχρονα και εισαγωγή για μουσικές
σπουδές στο Αυτοκρατορικό κολλέγιο. Aνάμεσα στους δασκάλους του περιλαμβανόταν
ο Αντόνιο Σαλιέρι. Πριν το 1811 ο Σούμπερτ είχε κάνει τις πρώτες του μικρές
συνθέσεις και σε ηλικία 16 ετών συνέθεσε την πρώτη του συμφωνία. Σε ηλικία 17
ετών μπήκε σε παιδαγωγική σχολή και δίδασκε στο σχολείο του πατέρα του.
Ο Σούμπερτ έγραφε μουσικά έργα
με μεγάλη ευκολία και εντυπωσιακή ταχύτητα. Το 1815, σε ηλικία 18 χρονών, όταν
του έφεραν το ποίημα του «Βασιλιά των Ξωτικών»[2] του
Γκαίτε το διάβασε και ύστερα το απήγγειλε μεγαλόφωνα σε μερικούς φίλους
του. Αμέσως μετά κάθισε στο τραπέζι της δουλειάς του και έγραψε μονομιάς την
υπέροχη μουσική του μετάφραση.
Ο ίδιος ήταν ειλικρινής θαυμαστής του Μπετόβεν, δεν τον γνώρισε όμως
προσωπικά, αφενός επειδή ο Μπετόβεν ήταν δύστροπος και δεν πλησιαζόταν εύκολα,
αφετέρου, επειδή ο Σούμπερτ θεωρούσε τον εαυτό του μηδαμινό μπροστά στη μουσική ιδιοφυία του
κορυφαίου συνθέτη. Ο θάνατος του Μπετόβεν σε ηλικία 57 ετών, τον Μάρτιο του
1827, συγκλόνισε βαθύτατα τον Σούμπερτ, ο οποίος συνόδευσε το φέρετρο κρατώντας
ένα αναμμένο δαυλό, όπως πολλοί άλλοι Βιενέζοι. Πέθανε στις 19 Νοεμβρίου 1828
σε ηλικία 31 ετών από τύφο και θάφτηκε με φροντίδα των πολλών φίλων του, αν και
μάλλον άγνωστος στο ευρύ κοινό, δίπλα στον Μπετόβεν.
Από το έργο του Σούμπερτ το
μεγαλύτερο μέρος είναι τραγούδια : Φωνητική Μουσική - 603 λήντερ χωρισμένα σε 3
μεγάλους κύκλους ("Η ωραία μυλωνού", "Χειμωνιάτικο Ταξίδι",
"Το τραγούδι του κύκνου"), 15 ανέκδοτες όπερες, 6 λειτουργίες,
χορωδιακά έργα, φωνητικά κουαρτέτα και τρίο. Οργανική Μουσική - 9 συμφωνίες, 2
εισαγωγές, 16 κουαρτέτα, ένα κουιντέτο με πιάνο ("της Πέστροφας"),
ένα κουιντέτο εγχόρδων, 3 τρίο με πιάνο, 1 τρίο εγχόρδων, 4 σονάτες. Εργα μόνο
για πιάνο: 22 σονάτες, 6 μουσικές στιγμές, 8 εμπροπτύ (κυρίως αυτοσχεδιαστικό
είδος), χοροί.
Ως συνθέτης στηριζόταν πολύ
στον αυτοσχεδιασμό. Για τον λόγο αυτό, τα μικρής διάρκειας έργα του είναι
γενικά καλύτερου επιπέδου από τα μεγαλύτερης διάρκειας. Αγαπάει τον λαϊκό
πολιτισμό και μιμείται τα λαϊκότροπα τραγούδια. Ο Σούμπερτ γράφει για τους
φίλους του, αλλά και για τον εαυτό του. Ας μην ξεχνάμε ότι οι
κοινωνικοπολιτικές συνθήκες αλλάζουν τον 19ο αιώνα και επιτρέπουν
την αυτονόμηση των καλλιτεχνών. Ο ίδιος είναι επαναστάτης, δεν εντάσσεται στο
κατεστημένο, προτιμώντας να εκφράσει την υποκειμενικότητά του. Η μουσική του
είναι ρομαντικά δραματική, ευκολονόητη, μελαγχολική, ώρες-ώρες ανάλαφρη αλλά
και κάποτε βαθιά. Είναι αυθόρμητη και έχει μία φρεσκάδα ανακατωμένη με
απελπισία και μελαγχολία.
Είναι
τέτοια η μαγιάτικη φρεσκάδα και η μελωδική ευωδία στα έργα του Σούμπερτ που
φέρνουν την αιώνια Άνοιξη. Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος ότι είναι δυνατόν
να υπάρχει τόσο πηγαίος αυτοσχεδιασμός με τέτοια ποιητική δύναμη και ομορφιά.
Η γαλήνια ηρεμία του διακόπτεται, μάλλον σπάνια, για μερικές στιγμές
αγωνίας, που γρήγορα, όμως, διαλύονται. Για παράδειγμα, ακούγοντας το έργο
«Αυτοσχεδιασμοί» μένουμε κατάπληκτοι με τη ρομαντική ιδιοφυία του συνθέτη, η
οποία εκδηλώνεται μεν με λιγότερο πλουμιστά μέσα από άλλους σύγχρονούς του,
μιλάει όμως κατευθείαν στην ψυχή του ακροατή με λόγια απλά και διάχυτο
συναίσθημα. Η μελωδία δεν φεύγει ποτέ πολύ μακριά από το αρχικό σημείο
εκκίνησης, όμως, η ψυχική διάθεση συνέχεια αλλάζει από λίγο, και αυτό γεννά μεγάλο ενδιαφέρον στην εξέλιξη του κάθε μέρους. Επίσης,
η ύπαρξη σχετικά απλών μέσων κάνει αναγκαία διάφορα εκφραστικά ευρήματα που
φανερώνουν το πολύ μεγάλο ρομαντικό ταλέντο του συνθέτη. Παρόμοια συναισθήματα
γεννά και το έργο «Μουσικές στιγμές», το οποίο στηρίζεται επίσης σε αθρόα
αυτοσχεδιαστικά σχήματα. Γενικά ο συνθέτης προτιμά τα σύντομα - αλλά και κοντά στο
τέλειο - έργα, όπου μπορεί να εκφράσει πιο εύκολα την τέχνη του με τον εντελώς
πηγαίο τρόπο που την αντιλαμβανόταν ο ίδιος.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Arnold Hauser, Κοινωνική
Ιστορία της Τέχνης, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1984.
- E. M. Burns, Ευρωπαϊκή
Ιστορία Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι, Μετάφραση: Τάσος
Δαρβέρης, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006.
- Μ.
Εμμανουήλ, Β. Πετρίδου, Π. Τουρνικιώτης, Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη
από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, Εκδόσεις ΕΑΠ,
Πάτρα 2002.
- Ν.
Μάμαλης, Η Μουσική στην Ευρώπη, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2001.
- Joseph Machlis Kristine Forney, Η Απόλαυση της Μουσικής, Μετάφραση: Δημήτρης Πυργιώτης, Εκδόσεις Fagotto, Αθήνα 1996.
[1]
Ν. Μάμαλης, «Η Μουσική στην Ευρώπη», (Πάτρα 2001): 135
[2]
Joseph Machlis Kristine Forney, Η Απόλαυση της Μουσικής,
Μετάφραση: Δημήτρης Πυργιώτης (Αθήνα 1996): 275
[1]
Β. Πετρίδου, «Η Αρχιτεκτονική στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα» στο Μ.
Εμμανουήλ κ.ά Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο
αιώνα, (Πάτρα 2002): 166
[2]
E. M. Burns, «Ευρωπαϊκή
Ιστορία Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι», Μετάφραση: Τάσος Δαρβέρης
(Θεσσαλονίκη 2006): 611












