Ευρύπνοη η δειλινή
αύρα γλυκοσμίλευε το πρόσωπο ενώ τα μαλλιά ανέμιζαν στην αγερινή της αγκάλη.
Για μία ακόμη φορά ο χειμώνας ηττήθηκε από την πυρόεσσα άνοιξη παίρνοντας το
δρόμο της εξορίας στο βασίλειο του γιου του Βορρά.
«Το
μονοπάτι για το βουνό πάρε δίχως καθυστέρηση», μου σιγοψυθίρισε μια φωνή.
Αν και η μέρα δεν
είχε μεγαλώσει ακόμη αποφάσισα ν’ανταποκριθώ στο κάλεσμα εκείνου του αδιόρατου
ψιθύρου. Έτσι, κίνησα, ευθύς αμέσως, για το κορφοβούνι.
Δεν απόκαμα να φθάσω
στην κορφή όταν ένα γλυκό άγγιγμα στο δεξί μου χέρι με έκανε να σταματήσω. Όταν
γύρισα το βλέμμα μου αντίκρισα εκείνη τη μορφή που στοίχειωνε τα όνειρά μου.
Λυγερόκορμη με καστανοκόκκινα μαλλιά και ατελείωτα σμαραγδένια μάτια.
- Γεια σου Δημήτρη!
Είπε.
- Γεια σου και σένα,
απάντησα.
- Σου μήνυσα με τη
φίλη μου την Αύρα ν’ανέβεις γιατί θέλω να σου δείξω κάτι.
- Αλήθεια, πως
γνωρίζεις τ’ όνομά μου; Έχουμε ξανασυναντηθεί; Ρώτησα.
- Κάθε φορά που
κλείνεις τα μάτια σου ταξιδεύοντας στους πιο ονειρικούς τόπους είμαι εκεί για
να σε συντροφεύω.
- Πως σε λένε;
- Κύττα, τι βλέπεις;
Το αιθέριο χέρι της
μου έδειξε προς τη μεριά της πόλης.
Στρέφω το βλέμμα μου
προς τα κάτω. Η τεράστια πόλη απλώνονταν στην κοιλάδα φθάνοντας έως τα ριζά του
βουνού.
- Αυτό που διακρίνω
είναι μιαν απέραντη άψυχη τερατούπολη η οποία ενταφιάζει τα όνειρα!
- Είναι και αυτό,
αλλά όχι μόνον…
- Δηλαδή;
- Κάθε στιγμή της και
μία γυναίκα που γεννιέται και πεθαίνει. Μια γυναίκα που κάνει όνειρα για τη
ζωή. Μια γυναίκα που γεννά. Μια γυναίκα που ερωτεύεται. Μια γυναίκα που
φροντίζει τον καλό της, τα παιδιά της, τους δικούς της ανθρώπους. Μια γυναίκα
που ξενυχτά στο προσκεφάλι τους. Μια γυναίκα που ζει για να δίνει την ευτυχία.
Αλλά και μια γυναίκα
που τ’ αναφιλητό της ποτίζει τη μητέρα της τη γαία με τα μυρωμένα της δάκρυα.
Μια γυναίκα που έχει υποστεί τα πάνδεινα, εξαπατημένη, κουρελιασμένη,
κακομεταχειρισμένη, χτυπημένη, ποδοπατημένη, προδομένη.
Ένα μικρό δάκρυ
έκανε, δειλά, την εμφάνισή του στ’ αριστερό μου μάγουλο. Την κυττούσα
ακούνητος, άλαλος, άπνοος…
- Με ρώτησες τ’ όνομα
μου. Είμαι η Ψυχή! Ναι, εκείνη που δε μπόρεσε να σώσει ο ίδιος ο Έρως γιατί δεν
άντεξε τελικά στην παρόρμηση. Η Ψυχή των θεών, η Ψυχή της Δημιουργίας, η Ψυχή
της γυναίκας, της κάθε γυναίκας, ακόμη κι εκείνης πίσω από ένα επιτυχημένο
άνδρα! Αλλά κι η ίδια η τερατούπολη, όπως την αποκάλεσες, είναι θηλυκό. Η άλλη
όψη του όμως, η σκοτεινή. Αυτή που συνήθως αρέσκονται να λατρεύουν τ’ αρσενικά.
Ω Άνδρες, αεί παίδες εστέ!
- Το ξέρεις ότι σε
βλέπω στα όνειρά μου; Σε διακρίνω καθαρά, κάθε χιλιοστό της αιθερουσίας σου
ύπαρξης νιώθω ότι μου είναι γνωστό!
- Είσαι από εκείνους
που τους επιτρέπω να με βλέπουν έτσι. Η πλειοψηφία με βλέπει ως Ύβρη, Άτη,
Νέμεσι, Τίσι. Γιατί είναι πολλά του αιώνα τα κρίματα…
- Θέλω να σε ξαναδώ!
Της είπα με μία φωνή που η χροιά της είχε έναν σπαρακτικό τόνο.
- Κάθε μέρα με
βλέπεις, με αγαπάς, είσαι ξετρελαμένος μαζί μου, με λαχταράς, με φιλάς, μου λες
ερωτόλογα, με προσέχεις, μου γράφεις ποίηση, ξυπνάς και κοιμάσαι με τ’ όνομά
μου στα χείλη σου. Γιατί το μυστικό της ζωής είναι να πέφτεις πολλές φορές αλλά
να σηκωθείς περισσότερες. Αρκεί, κάθε φορά να φιλάς τα κοκκινόσαρκα χείλη μου
και να μοιραζόμαστε τις ανάσες μας!!!
Και να ξέρεις ότι η μορφή
που με βλέπεις είναι εκείνη που είχες πάντοτε στην καρδιά σου. Γιατί κι η
όμορφη καρδιά θηλυκό είναι!